Η Π.Ο.Ε.Π.Λ.Σ., στη συνέχεια προώθησε τη μελέτη, ζητώντας ταυτόχρονα την ενσωμάτωση των προτάσεών της στο τελικό κείμενο του υπό κατάρτιση Προεδρικού Διατάγματος.Λίγο χρειάζεται να τονιστεί η σπουδαιότητα και η σημαντικότητα του Πειθαρχικού Δικαίου που θα αφορά τα στελέχη του Λ.Σ-ΕΛ.ΑΚΤ.
Στις προτάσεις της Ομάδας Εργασίας, αξιοποιήθηκαν η νομολογία των ποινικών και διοικητικών, καθώς και οι διατάξεις τις Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου.
Ταυτόχρονα έγινε προσπάθεια εξισορρόπησης και σύνθεσης της διπλής ιδιότητας των στελεχών του Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. ως αστυνομικών του θαλάσσιου στοιχείου και ως τμήματος των Ενόπλων Δυνάμεων, ενταγμένου στο αμυντικό δόγμα της πατρίδας.
Με κόκκινο χρώμα είναι οι παρατηρήσεις, προσθήκες οι οποίες κρίνονται απαραίτητες από την Ομάδα Εργασίας της Π.Ο.Ε.Π.Λ.Σ. η οποία εργάσθηκε για τον σκοπό αυτό.
ΣΧΕΔΙΟ
ΠΡΟΕΔΡΙΚΟΥ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣΜε κόκκινο χρώμα είναι οι παρατηρήσεις, προσθήκες οι οποίες κρίνονται απαραίτητες από την Ομάδα Εργασίας της Π.Ο.Ε.Π.Λ.Σ. η οποία εργάσθηκε για τον σκοπό αυτό.
ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΟ
ΔΙΚΑΙΟ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΤΟΥ ΛΙΜΕΝΙΚΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ - ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ
ΑΚΤΟΦΥΛΑΚΗΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
Α'
ΓΕΝΙΚΕΣ
ΑΡΧΕΣ
Άρθρο 1 Έκταση εφαρμογής
Άρθρο 1 Έκταση εφαρμογής
Στις διατάξεις του
παρόντος Προεδρικού Διατάγματος υπόκειται το στρατιωτικό προσωπικό του Λιμενικού
Σώματος - Ελληνικής Ακτοφυλακής.
Σώματος - Ελληνικής Ακτοφυλακής.
Άρθρο 2
Πειθαρχία
1. Με τον όρο πειθαρχία
νοείται:
α) Η πιστή συμμόρφωση προς το Σύνταγμα και τους νόμους.
β) Η ενσυνείδητη, πρόθυμη και χωρίς αντιλογία υπακοή των
κατωτέρων προς τους ανώτερους, καθώς και η άμεση
εκτέλεση των διαταγών τους, οι οποίες αφορούν στην εφαρμογή των νόμων, των κανονισμών και των διαταγών
της Υπηρεσίας.
εκτέλεση των διαταγών τους, οι οποίες αφορούν στην εφαρμογή των νόμων, των κανονισμών και των διαταγών
της Υπηρεσίας.
γ) Ο σεβασμός των κατωτέρων προς τους ανωτέρους εντός και εκτός
Υπηρεσίας.
δ) Η αξιοπρεπής και κόσμια συμπεριφορά των ανωτέρων προς τους
κατωτέρους εντός και εκτός υπηρεσίας.
ε) Η ευγενής συμπεριφορά προς τους πολίτες, καθώς και ο σεβασμός
και η προστασία των δικαιωμάτων αυτών,
που προβλέπονται από το Σύνταγμα και τους νόμους.
που προβλέπονται από το Σύνταγμα και τους νόμους.
Απάλειψη της υποπαραγράφου 1α και 1ε. Πρόκειται για αυτονόητες
υποχρεώσεις κάθε Έλληνα πολίτη και
οιουδήποτε οργάνου, δεδομένου ότι η πιστή συμμόρφωση προς το Σύνταγμα και τους νόμους δεν σχετίζεται
με την έννοια της πειθαρχίας.
οιουδήποτε οργάνου, δεδομένου ότι η πιστή συμμόρφωση προς το Σύνταγμα και τους νόμους δεν σχετίζεται
με την έννοια της πειθαρχίας.
2. Η πειθαρχία, ως αναγκαία
προϋπόθεση για τη διατήρηση της συνοχής και τη διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας
και της αρμονικής συνεργασίας του προσωπικού του Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ., αποτελεί καθήκον του στρατιωτικού προσωπικού του.
και της αρμονικής συνεργασίας του προσωπικού του Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ., αποτελεί καθήκον του στρατιωτικού προσωπικού του.
3. Η πειθαρχία σε καμία
περίπτωση δεν έχει σκοπό τη μείωση της προσωπικότητας, ούτε καταργεί την
πρωτοβουλία,
αλλά δημιουργεί αρμονικές σχέσεις μεταξύ των στελεχών Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. και συντονίζει τις προσπάθειες για την αρμονική συνεργασία του προσωπικού προς εκπλήρωση της υψηλής αποστολής του Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ.
αλλά δημιουργεί αρμονικές σχέσεις μεταξύ των στελεχών Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. και συντονίζει τις προσπάθειες για την αρμονική συνεργασία του προσωπικού προς εκπλήρωση της υψηλής αποστολής του Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ.
4. Η πειθαρχία είναι
συνειδητή, όταν πηγάζει από τη συναίσθηση της αξιοπρέπειας και της ατομικής
τιμής, από
τη συνείδηση της ευθύνης και της ηθικής υποχρέωσης για εκπλήρωση του κοινού έργου και του κοινού σκοπού
και από τη σύνδεση του
τη συνείδηση της ευθύνης και της ηθικής υποχρέωσης για εκπλήρωση του κοινού έργου και του κοινού σκοπού
και από τη σύνδεση του
Ομάδα Εργασίας
Π.Ο.Ε.Π.Λ.Σ. για την επεξεργασία Σχεδίου Π.Δ. «Πειθαρχικού Δίκαιου»
προσωπικού Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ.
|
κατώτερου με τον ανώτερο
με δεσμούς σεβασμού και εμπιστοσύνης. Σε καμιά δε περίπτωση δεν πρέπει να
πηγάζει
από το φόβο των ποινών ή την ελπίδα ανταμοιβών.
5. Η μεταξύ ομοιοβάθμων
αρχαιότητα στις υπηρεσιακές σχέσεις, εξομοιούται με διαφορά βαθμού.
Άρθρο 3
Διαταγές
1. Οι διαταγές πρέπει να
τελούν σε συνάφεια προς το υπηρεσιακό καθήκον, να είναι νόμιμες, σαφείς και
οριστικές και να διατυπώνονται με ευπρέπεια και σοβαρότητα.
2. Ο ανώτερος είναι
υπεύθυνος για τις συνέπειες της διαταγής του, ο δε κατώτερος έχει υποχρέωση
να εκτελεί με
ακρίβεια τη διαταγή που πήρε και είναι υπεύθυνος για την εκτέλεση αυτής και για τις συνέπειες της μη εκτελέσεώς της. Ο κατώτερος δικαιούται να τύχει ακρόασης και να υποβάλει τα παράπονά του, αφού εκτελέσει τη διαταγή. Ο κατώτερος, αν λάβει διαταγή την οποία θεωρεί παράνομη, οφείλει πριν την εκτελέσει ν' αναφέρει εγγράφως την αντίθετη γνώμη του και να την εκτελέσει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση. Η εκτέλεσή της όμως δεν καθιστά νόμιμη τη διαταγή αυτή. Σε περίπτωση κατεπείγουσας ανάγκης η αναφορά υποβάλλεται αμέσως προφορικά και στη συνέχεια εγγράφως.
3. Προδήλως παράνομη διαταγή
δεν εκτελείται. Απαιτείται σαφέστερος ορισμός. Προδήλως παράνομη διαταγή
είναι εκείνη που είναι αντίθετη σε διάταξη νόμου ή αφορά στην τέλεση ποινικού αδικήματος.
Άρθρο 4
Πειθαρχική ευθύνη
1. Η πειθαρχική ευθύνη
αρχίζει με την κατάταξη του στελέχους Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. και λήγει με την με
οποιοδήποτε
τρόπο έξοδό του από το Σώμα με την επιφύλαξη της επόμενης παραγράφου. Η πειθαρχική ευθύνη των δόκιμων Σημαιοφόρων, Υπαξιωματικών και Λιμενοφυλάκων του Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. διέπεται από τις διατάξεις των οικείων Κανονισμών-Οργανισμών των σχολών τους
2. Πράξεις που τελέσθηκαν
από στέλεχος Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. πριν από την κατάταξή του και αποτελούν πειθαρχικά
παραπτώματα με την έννοια των διατάξεων του παρόντος διώκονται πειθαρχικά, εφόσον διαπράχθηκαν κατά τη διάρκεια της επιλογής ή του διαγωνισμού μέχρι την κατάταξή του και σχετίζονται με τη συμμετοχή στο διαγωνισμό και τις προϋποθέσεις της κατάταξής του.
3. Η προαγωγή στελέχους
Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. δεν αίρει την πειθαρχική ευθύνη αυτού για παραπτώματα που
διαπράχθηκαν σε προηγούμενο βαθμό. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζονται ως προς
το διαδικαστικό μέρος οι διατάξεις που ισχύουν
για το βαθμό που φέρει.
4. Σε περίπτωση αμνηστίας,
αποκατάστασης, χάριτος ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο άρσης του κολασίμου ή
άρσης
ή μεταβολής των συνεπειών της ποινικής καταδίκης, δεν αίρεται η πειθαρχική ευθύνη του στελέχους Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ . και το πειθαρχικά κολάσιμο της πράξης. Σε περίπτωση αμνηστίας ή χάριτος εκ μέρους του Προέδρου |
[3]
|
Ομάδα Εργασίας Π.Ο.Ε.Π.Λ.Σ. για την
επεξεργασία Σχεδίου Π.Δ. «Πειθαρχικού Δίκαιου» προσωπικού Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ.
|
της Δημοκρατίας κατ
εφαρμογή του άρθρου 47 του Συντάγματος θα πρέπει να αίρεται και η πειθαρχική
ποινή.
Άρθρο 5
Πειθαρχική διαδικασία
1. Πειθαρχική διαδικασία ως
μέσο άσκησης ελέγχου από την ιεραρχία του Υπουργείου Ναυτιλίας και Αιγαίου
σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στο παρόν προεδρικό διάταγμα και στον Κανονισμό Διενέργειας Ε.Δ.Ε. και Διοικητικών Διερευνήσεων είναι:
α) Το σύνολο των διοικητικών πράξεων που άρχονται με τη διαταγή
διενέργειας Ε.Δ.Ε. ή Διοικητικής Διερεύνησης
μέχρι και την ολοκλήρωση αυτών, σύμφωνα με τα οριζόμενα στον οικείο Κανονισμό.
β) Το σύνολο των διοικητικών πράξεων που άρχονται με την άσκηση
της πειθαρχικής δίωξης μέχρι και τη λήξη αυτής,
σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 1 του άρθρου 6 του παρόντος, ως και η διαδικασία περί καταχώρισης και έκτισης των ποινών καθώς και υποβολής και εξέτασης αναφοράς παραπόνων.
2. Η πειθαρχική διαδικασία
είναι μυστική και εσωτερική, διενεργείται, δε, χωρίς περιττή δημοσιότητα.
Κατά αποκλεισμό
κάθε αντίθετης ειδικότερης ή γενικότερης διάταξης, δεν επιτρέπεται η διάθεση των εγγράφων της πειθαρχικής διαδικασίας και η γνωστοποίηση οποιασδήποτε εμπεριεχόμενης σε αυτά πληροφορίας, με οποιονδήποτε τρόπο, σε τρίτα πρόσωπα ήτοι σε κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία. Κατ' εξαίρεση των αναφερομένων στο προηγούμενο εδάφιο επιτρέπεται η διάθεση των εγγράφων ή και η γνωστοποίηση των περιεχομένων σε αυτά πληροφοριών, κατόπιν ειδικής αιτιολογημένης αιτήσεως και αφού πρώτα ληφθεί η συγκατάθεση του υποκειμένου στο οποίο αφορά το έγγραφο της πειθαρχικής διαδικασίας. Επίσης, επιτρέπεται η αυτεπάγγελτη ή κατόπιν αιτήσεως διαβίβαση των ανωτέρω εγγράφων στην αρμόδια εισαγγελική ή σε άλλη δικαστική αρχή, καθώς και η διάθεση των εγγράφων αυτών στα Συμβούλια Κρίσεων Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ., στα Ανακριτικά και Πειθαρχικά Συμβούλια Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ., στα Συμβούλια Μεταθέσεων Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ., στην Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων Λ.Σ.- ΕΛ.ΑΚΤ., στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους στο στάδιο υποβολής διοικητικού φακέλου απόψεων, στις αρμόδιες κοινοβουλευτικές επιτροπές και στα κοινοβουλευτικά όργανα στο πλαίσιο διαδικασίας κοινοβουλευτικού ελέγχου και στον διενεργούντα Ε.Δ.Ε ή διοικητική διερεύνηση, στο πλαίσιο συλλογής εγγράφων για τη διενεργούμενη Ε.Δ.Ε ή διοικητική διερεύνηση, καθώς και σε κάθε άλλη περίπτωση που αυτό επιτρέπεται από τον ισχύοντα κανονισμό διενέργειας ΕΔΕ και διοικητικών διερευνήσεων.
3. Σε κάθε στάδιο της
πειθαρχικής διαδικασίας δύναται ο Υπουργός Ναυτιλίας και Αιγαίου ή ο Αρχηγός
Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ.
να αναστέλλουν την πειθαρχική διαδικασία μέχρι την έκδοση οριστικής, τελεσίδικης ή αμετάκλητης απόφασης ποινικού δικαστηρίου κατά την κρίση τους ή μέχρι την έκδοση αμετάκλητου βουλεύματος ή μέχρι τη θέση της υπόθεσης στο αρχείο από αρμόδια Εισαγγελική Αρχή, με την επιφύλαξη των διατάξεων περί παραγραφής πειθαρχικών παραπτωμάτων. Στην παρ. 3, προτείνεται να θεσπιστεί δυνατότητα αναστολής της πειθαρχικής διαδικασίας έως την έκδοση αμετάκλητης (όχι οριστικής ή τελεσίδικης) απόφασης, κατά την κρίση τους. |
[4]
|
Ομάδα Εργασίας
Π.Ο.Ε.Π.Λ.Σ. για την επεξεργασία Σχεδίου Π.Δ. «Πειθαρχικού Δίκαιου»
προσωπικού Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ.
|
4. Αν σε οποιοδήποτε στάδιο
της πειθαρχικής διαδικασίας υπάρξει με κάθε τρόπο πληροφόρηση για αξιόποινη
πράξη που διώκεται αυτεπαγγέλτως, το όργανο που εκείνη τη στιγμή
επιλαμβάνεται της υποθέσεως υποχρεούται σε ανακοίνωσή της
χωρίς χρονοτριβή στον αρμόδιο Εισαγγελέα, με ταυτόχρονη κοινοποίηση στη Διεύθυνση Προσωπικού Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ.
Άρθρο 6 Πειθαρχική δίωξη
1. Πειθαρχική δίωξη είναι η
έκδοση πράξης παραπομπής ενώπιον του αρμόδιου Ανακριτικού και Πειθαρχικού
Συμβουλίου
για τις καταστατικές πειθαρχικές ποινές ή η έκδοση διαταγής κλήσης σε απολογία στελέχους Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. για τις συνήθεις πειθαρχικές ποινές. Η πειθαρχική δίωξη λήγει με την έκδοση απόφασης επιβολής καταστατικής ή συνήθους πειθαρχικής ποινής ή με την θέση της υπόθεσης στο αρχείο.
2. Η πειθαρχική δίωξη που
έχει αρχίσει για πειθαρχικά παραπτώματα που επισύρουν καταστατική πειθαρχική
ποινή,
συνεχίζεται και μετά την έξοδο του στελέχους Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. από το Σώμα, με εξαίρεση την περίπτωση του θανάτου. Στις περιπτώσεις αυτές το Ανακριτικό και Πειθαρχικό Συμβούλιο επιβάλλει, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις, μόνο τις καταστατικές πειθαρχικές ποινές και η μεν ποινή της απόταξης εκτελείται και συνεπάγεται την Αποβολή του τιμωρηθέντος και τη διαγραφή του από τα στελέχη της εφεδρείας, οι δε αργίες δεν εκτελούνται και η σχετική απόφαση του Ανακριτικού και Πειθαρχικού Συμβουλίου καταχωρείται στον ατομικό φάκελο του τιμωρηθέντος. Αν, όμως, ο τιμωρηθείς επανέλθει στην ενέργεια καθ' οιονδήποτε τρόπο, οι ποινές των αργιών εκτελούνται. Η εκτέλεση των ποινών, αργιών να παραγράφεται στον ίδιο ακριβώς χρόνο που παραγράφονται και τα παραπτώματα, εφόσον δεν έχει παρέλθει ισόχρονο διάστημα με τις παραγραφές παραπτωμάτων.
3. Σε περίπτωση επαναφοράς
στελέχους Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. εκ νέου στο Σώμα με οποιονδήποτε τρόπο, δεν κωλύεται η
άσκηση πειθαρχικής δίωξης για πειθαρχικά παραπτώματα που τελέστηκαν πριν την
προηγούμενη έξοδό του από το Σώμα υπό την επιφύλαξη των διατάξεων περί
παραγραφής
Άρθρο 7
Έννοια
πειθαρχικού παραπτώματος
1. Πειθαρχικό παράπτωμα
αποτελεί κάθε υπαίτια και καταλογιστή παράβαση του υπηρεσιακού καθήκοντος και
των
κανόνων πειθαρχίας, με πράξη ή παράλειψη.
2. Το υπηρεσιακό καθήκον
προσδιορίζεται από τις υποχρεώσεις που επιβάλλονται στο στέλεχος Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ.
από
τις διατάξεις του Συντάγματος, των νόμων, των κανονισμών του Σώματος, των διαταγών της Υπηρεσίας καθώς και από τη συμπεριφορά, που πρέπει να τηρεί το στέλεχος Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. εντός και εκτός υπηρεσίας λόγω της ιδιότητάς του.
3. Το στέλεχος Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ.
είναι προσωπικά υπεύθυνο για τις πράξεις και παραλείψεις του. Η μετατόπιση
ευθύνης
στον ανώτερο για παραλείψεις υφισταμένων είναι απαράδεκτη και υπονομεύει την πειθαρχία. Δεν συνιστά |
[5]
|
Ομάδα Εργασίας Π.Ο.Ε.Π.Λ.Σ.
για την επεξεργασία Σχεδίου Π.Δ. «Πειθαρχικού Δίκαιου» προσωπικού
Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ.
|
μετατόπιση της ευθύνης στον
ανώτερο η υποβολή αναφοράς περί παράνομης διαταγής, σύμφωνα με το άρθρο 3
παρ. 2.
4. Τα πειθαρχικά παραπτώματα
τιμωρούνται ακόμη και αν τελέσθηκαν εκτός του εδάφους της επικράτειας.
Άρθρο 8
Παραγραφή
πειθαρχικών παραπτωμάτων
1. Τα πειθαρχικά παραπτώματα
παραγράφονται μετά πέντε (5) έτη από την τέλεσή τους, με εξαίρεση τα
παραπτώματα που επισύρουν την ποινή της απόταξης τα οποία παραγράφονται μετά
από είκοσι (20) χρόνια από την τέλεση τους.
Μεγάλος χρόνος παραγραφής για τα πειθαρχικά παραπτώματα, που επισύρουν ποινή απόταξης. Προτείνονται τα 10 ή 15 έτη.
2. Εφόσον επιβληθεί
αμετάκλητη ποινική καταδίκη για πειθαρχικό παράπτωμα για το οποίο λόγω
παραγραφής
δεν ασκήθηκε πειθαρχική δίωξη, δύναται να επιβληθεί και πειθαρχική ποινή από την Υπηρεσία εντός δύο ετών από την παραλαβή της αμετάκλητης καταδικαστικής ποινικής απόφασης.
3.
Την παραγραφή του πειθαρχικού παραπτώματος διακόπτουν έως και
τρία έτη
α) Η διαταγή διενέργειας Ένορκης Διοικητικής Εξέτασης ή
Διοικητικής Διερεύνησης, για τα πειθαρχικά παραπτώματα που θα προκύψουν από
αυτήν,
β) Η άσκηση πειθαρχικής
δίωξης.
γ) Η τέλεση άλλου πειθαρχικού παραπτώματος, που αποσκοπεί στην
συγκάλυψη του πρώτου ή στην παρεμπόδιση της
πειθαρχικής δίωξης γι' αυτό.
Προτείνουμε την διαγραφή της παρ. 3 του άρθρου αυτού. Η διακοπή
της παραγραφής να επέρχεται μόνο με την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης και όχι
με την διαταγή προς ΕΔΕ. Μόνο έτσι η Διοίκηση δεν κρατά όμηρο το στέλεχος και
θα
υποχρεώνεται σε ταχεία ενέργεια.
4. Η παραγραφή των
αδικημάτων της παραγράφου 2 του άρθρου 4, αρχίζει από την κατάταξη του
στελέχους Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ..
Άρθρο 9 Συρροή παραπτωμάτων
1. Για συρρέοντα πειθαρχικά
παραπτώματα, που τελέσθηκαν από στέλεχος Λ.Σ.- ΕΛ.ΑΚΤ. στον ίδιο τόπο και
χρόνο ή έχουν τοπική και χρονική συνάφεια και ενότητα ασκείται ενιαία
πειθαρχική δίωξη και επιβάλλεται μία ποινή.
2. Κατά την επιμέτρηση της
ποινής αυτής λαμβάνεται υπόψη ο αριθμός των πειθαρχικών παραπτωμάτων. Τα
ελαφρύτερα πειθαρχικά παραπτώματα απορροφώνται από τα βαρύτερα.
3. Εφόσον ένα ή περισσότερα
από τα συρρέοντα παραπτώματα περιέλθει σε γνώση της Υπηρεσίας μετά την άσκηση
πειθαρχικής δίωξης ή μετά την επιβολή πειθαρχικής ποινής για μερικά απ' αυτά, τότε, εφόσον δεν έχει επιβληθεί πειθαρχική ποινή ανακαλείται η πειθαρχική δίωξη και ασκείται εκ νέου ενιαία πειθαρχική δίωξη, ενώ αν έχει επιβληθεί πειθαρχική ποινή ασκείται πειθαρχική δίωξη για τα λοιπά πειθαρχικά παραπτώματα που προέκυψαν. Κατά την |
[6]
|
Ομάδα Εργασίας
Π.Ο.Ε.Π.Λ.Σ. για την επεξεργασία Σχεδίου Π.Δ. «Πειθαρχικού Δίκαιου»
προσωπικού Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ.
|
επιμέτρηση της ποινής,
στην περίπτωση αυτή λαμβάνεται υπόψη η ήδη επιβληθείσα πειθαρχική ποινή.
Να απαλειφθεί γιατί είναι ασαφές και θα δημιουργήσει προβλήματα
στην πράξη. Καλό είναι, ο πειθαρχικός έλεγχος πολλών παραπτωμάτων να
καλύπτεται από την θεωρία της φυσικής ενότητας της πράξης (πρόκειται για
συμπεριφορά
εκδήλωσης πολλών παραπτωμάτων χωρίς σημαντική χρονική ανάπαυλα, εντός της οποίας, επέρχεται γαλήνη και αποκατάσταση της ηρεμίας και τάξης). Σε περίπτωση διατήρησης του άρθρου 9, πολλά συρρέοντα παραπτώματα να αντιμετωπίζονται ως ενιαία πειθαρχική συμπεριφορά (ένα παράπτωμα), εφόσον τα διάφορα παραπτώματα διαπράττονται χωρίς σημαντική χρονική απόκλιση μεταξύ τους.
Άρθρο 10
Αρχές πειθαρχικής διαδικασίας
1. Το στέλεχος Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ.
δεν διώκεται δεύτερη φορά για το ίδιο πειθαρχικό παράπτωμα, ενώ νέα
πειθαρχική
δίωξή του για το ίδιο πειθαρχικό παράπτωμα είναι απαράδεκτη, υπό την επιφύλαξη της παραγράφου 3 του άρθρου 29 του παρόντος.
2.
Για κάθε πειθαρχική δίωξη επιβάλλεται μία μόνο πειθαρχική ποινή.
3. Αν από την τέλεση του
πειθαρχικού παραπτώματος μέχρι και την έκδοση απόφασης επιβολής πειθαρχικής
ποινής
ίσχυσαν περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται αυτός που περιέχει τις ευμενέστερες για τον διωκόμενο διατάξεις.
Άρθρο 11
Κανόνες και Αρχές Ποινικού Δικαίου
1. Κανόνες και αρχές του
ποινικού δικαίου και της ποινικής δικονομίας λαμβάνονται υπόψη αναλογικά και
στο πειθαρχικό
δίκαιο, αν συνάδουν με τη φύση και το σκοπό της πειθαρχικής διαδικασίας και δεν αντίκεινται στις διατάξεις του παρόντος.
2.
Λαμβάνονται υπόψη αναλογικά οι κανόνες και οι αρχές που αφορούν
ιδίως:
α) Τους λόγους που αποκλείουν το άδικο της πράξης και την
ικανότητα προς καταλογισμό.
β) Το δικαίωμα σιγής του
πειθαρχικώς διωκομένου.
γ) Το τεκμήριο αθωότητας
του πειθαρχικώς διωκόμενου και τη λειτουργία των αμφιβολιών υπέρ αυτού.
Άρθρο
12 Πειθαρχικές ποινές
1. Οι πειθαρχικές ποινές
διακρίνονται σε συνήθεις και σε καταστατικές.
2. Οι συνήθεις πειθαρχικές
ποινές συνιστούν ηθική κύρωση ή περιορισμό της ελευθερίας του παραβάτη.
Συνήθεις
πειθαρχικές ποινές είναι η επίπληξη, ο περιορισμός από μία έως εξήντα ημέρες και η φυλάκιση από μία έως εξήντα ημέρες.
3. Οι καταστατικές
πειθαρχικές ποινές είναι αυτές που μεταβάλλουν την κατάσταση του στρατιωτικού
ή επιφέρουν
στέρηση του βαθμού και της ιδιότητάς του αυτής. Καταστατικές πειθαρχικές είναι η αργία με πρόσκαιρη παύση, η αργία με |
[7]
|
Ομάδα Εργασίας
Π.Ο.Ε.Π.Λ.Σ. για την επεξεργασία Σχεδίου Π.Δ. «Πειθαρχικού Δίκαιου»
προσωπικού Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ.
|
προσωρινή απόλυση, η
απόταξη και η αποβολή. Η καταστατική πειθαρχική ποινή επιβάλλεται από τον
ασκούντα την
πειθαρχική δίωξη εντός εξήντα ημερών από την τελεσιδικία της απόφασης του Ανακριτικού και Πειθαρχικού Συμβουλίου. Ποινή βαρύτερη ή ελαφρότερη από εκείνη που αποφάσισε το Ανακριτικό και Πειθαρχικό Συμβούλιο δεν μπορεί να επιβληθεί. Εφόσον η απόφαση του Ανακριτικού και Πειθαρχικού Συμβουλίου είναι απαλλακτική, ο ασκών την πειθαρχική δίωξη δύναται να επιβάλλει τις προβλεπόμενες συνήθεις πειθαρχικές ποινές.
Προτείνεται να απαλειφθεί το τελευταίο εδάφιο της παρ. 3, εφόσον
η απόφαση του Ανακριτικού και Πειθαρχικού
Συμβουλίου είναι απαλλακτική, δεν μπορεί να επιβληθεί ούτε συνήθης πειθαρχική ποινή.
4. Η ποινική δίωξη δεν
κωλύει την πειθαρχική δίωξη. Η ποινική καταδίκη δεν συνεπάγεται απαραίτητα
την επιβολή
πειθαρχικής ποινής. Επίσης, η απαλλαγή με βούλευμα ή η αθώωση με δικαστική απόφαση, καθώς και η οριστική παύση της ποινικής δίωξης ή η κήρυξή της ως απαράδεκτης δεν κωλύει την επιβολή πειθαρχικής ποινής. Εφόσον εκδοθεί αμετάκλητη αθωωτική ποινική απόφαση, αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα από αρμόδιο δικαστήριο ή η υπόθεση αρχειοθετηθεί από αρμόδια εισαγγελική αρχή και κατά αυτόν τον τρόπο ανατρέπεται ολικά ή και μερικά η πραγματική βάση επάνω στην οποία θεμελιώθηκε η επιβολή πειθαρχικής ποινής για τα ίδια πραγματικά περιστατικά, το τιμωρηθέν στέλεχος Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. δύναται με ατομική του αναφορά να αιτηθεί την επανεξέταση της υπόθεσης για τυχόν μετριασμό ή εξάλειψη της επιβληθείσας πειθαρχικής ποινής ενώπιον του οργάνου το οποίο επελήφθη τελευταίο. Ειδικά για την περίπτωση που έχει επιβληθεί καταστατική πειθαρχική ποινή, το τιμωρηθέν στέλεχος Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. δικαιούται με ατομική του αναφορά ή, αν έχει αποταχθεί, με αίτησή του να ζητήσει από τον ασκούντα την πειθαρχική δίωξη την επανεξέταση της υπόθεσής του από το αρμόδιο για το βαθμό του δευτεροβάθμιο ανακριτικό και πειθαρχικό συμβούλιο. Το δικαίωμα αυτό παραγράφεται εντός ενός έτους από τότε που οι σχετικές πράξεις κατέστησαν αμετάκλητες.
Η παρ. 4 πρέπει να αναμορφωθεί ώστε σε περίπτωση αμετάκλητης
αθωωτικής απόφασης, αμετάκλητου απαλλακτικού βουλεύματος ή αρχειοθέτησης της
ποινικής υπόθεσης πρέπει υποχρεωτικά να θεσπιστεί επανεξέταση της πειθαρχικής
ποινής, κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου. Ομοίως να είναι δεσμευτική η
αρμοδιότητα επανεξέτασης και σε περίπτωση επιβολής καταστατικών ποινών.
5.
Η πειθαρχική δίωξη των
Αξιωματικών Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. ειδικότητας Ιερέα για τα παραπτώματα τα αναγόμενα
στην εκτέλεση των καθαρώς εκκλησιαστικών καθηκόντων τους, ασκείται κατά τις διατάξεις του νόμου περί Θρησκευτικού Σώματος των Ενόπλων Δυνάμεων
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
Β'
ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΕΣ
Άρθρο
13 Διερεύνηση
|
[8]
|
Ομάδα Εργασίας
Π.Ο.Ε.Π.Λ.Σ. για την επεξεργασία Σχεδίου Π.Δ. «Πειθαρχικού Δίκαιου»
προσωπικού Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ.
|
1. Η εξέταση των πειθαρχικών
παραπτωμάτων που φέρονται ότι τελέσθηκαν από στελέχη Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. σε βάρος
πολιτών, προηγείται της εξέτασης των άλλων πειθαρχικών παραπτωμάτων.
2. Η καταγγελία εναντίον
στελεχών Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. γίνεται με έγγραφη αναφορά του πολίτη και υποβάλλεται
ενώπιον κάθε Λιμενικής Αρχής ή Περιφερειακής Διοίκησης Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. ή της
Γενικής Επιθεώρησης Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. ή της Διεύθυνσης Προσωπικού Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ.. Σε
κάθε περίπτωση ο καταγγέλλων είναι υποχρεωμένος να δίδει τα αληθή στοιχεία
ταυτότητάς του, καθώς και τα αντίστοιχα στοιχεία επικοινωνίας. Το σώμα της καταγγελίας υπέχει θέση υπεύθυνης δήλωσης.
3. Ανώνυμες ή προφορικές
καταγγελίες κατά στελεχών Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ., για τις οποίες ο καταγγέλλων δεν
δέχεται να
υπογράψει τη σχετική έκθεση της προηγουμένης παραγράφου δεν μπορούν να αποτελέσουν τη βάση για άσκηση πειθαρχικής δίωξης αλλά αν είναι απόλυτα συγκεκριμένες και περιγράφουν είτε ποινικό αδίκημα ή πειθαρχικό παράπτωμα που επισύρει καταστατική πειθαρχική ποινή, διατάσσεται και διενεργείται αρμοδίως Ε.Δ.Ε. ή διοικητική διερεύνηση. Σε κάθε άλλη περίπτωση τίθενται στο αρχείο, είτε με εντολή Προϊσταμένου Περιφερειακής Διοίκησης Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ., αν η καταγγελία απεστάλη σε Λιμενική Αρχή ή και σε Περιφερειακή Διοίκηση Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ., ή από το Διευθυντή του Κλάδου Διοίκησης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης ή τον Αρχηγό Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. εάν η καταγγελία απεστάλη στη Διεύθυνση Προσωπικού Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ., ή τον Γενικό Επιθεωρητή Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. εάν η καταγγελία απεστάλη στη Γενική Επιθεώρηση Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ.
Για την προστασία των στελεχών από κακόβουλες ανώνυμες καταγγελίες
θα πρέπει αυτές να τίθενται άνευ ετέρου
στο αρχείο. Σε εξαιρετικές μόνο περιπτώσεις θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και να εξετάζονται χωρίς να εξαρκεί η συγκεκριμένη περιγραφή ποινικού ή διοικητικού αδικήματος. Θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να παρέχουν και επαρκή μέσα απόδειξης ώστε να εγκαθιδρύεται με βεβαιότητα ένας απόλυτα σοβαρός λόγος ενασχόλησης της διοίκησης.
4. Όποιος καταγγέλλει
στέλεχος Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. δικαιούται να πληροφορείται ύστερα από αίτηση του το
αποτέλεσμα της καταγγελίας του.
5. Εάν κατόπιν διερεύνησης
της καταγγελίας αποδειχθεί το αβάσιμο αυτής, δύναται να διαβιβασθεί η
καταγγελία
προς την κατά τόπο αρμόδια εισαγγελική αρχή προκειμένου να εξετασθεί η τυχόν διάπραξη ποινικών αδικημάτων εκ μέρους του καταγγέλλοντος. Ειδικά για τις καταγγελίες που περιέρχονται μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, δύναται να αναζητηθεί η συνδρομή της αρμοδίου Υπηρεσίας της ΕΛ.ΑΣ. προς ανακάλυψη της ταυτότητας του καταγγέλλοντος. Ομοίως δύναται να εγερθούν αστικές αξιώσεις υπέρ του Ελληνικού δημοσίου εις βάρος φυσικών ή νομικών προσώπων, τα οποία προβαίνουν σε ψευδείς, ψευδεπίγραφες ή αβάσιμες καταγγελίες εις βάρος στελεχών Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
Γ'
ΣΥΝΗΘΕΙΣ
ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΕΣ ΠΟΙΝΕΣ - ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ
Άρθρο
14 Κλήση προς απολογία
|
[9]
|
Ομάδα Εργασίας
Π.Ο.Ε.Π.Λ.Σ. για την επεξεργασία Σχεδίου Π.Δ. «Πειθαρχικού Δίκαιου»
προσωπικού Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ.
|
1. Η πειθαρχική δίωξη με
κλήση προς απολογία ασκείται στην περίπτωση που ο αρμόδιος για αυτή έχει ιδία
αντίληψη του πειθαρχικού παραπτώματος ή από τα στοιχεία που περιήλθαν σ'
αυτόν καθ' οιονδήποτε νόμιμο τρόπο (όπως αναφορά
στελέχους Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. ή κατόπιν πορίσματος Ενόρκου Διοικητικής Εξετάσεως ή Διοικητικής Διερεύνησης κ.λ.π.) προκύπτουν σαφείς ενδείξεις τελέσεως συγκεκριμένου πειθαρχικού παραπτώματος που επισύρει συνήθη πειθαρχική ποινή. Ο πειθαρχικά ελεγχόμενος δικαιούται να λάβει γνώση των στοιχείων του πειθαρχικού φακέλου, να ζητήσει αντίγραφα των εγγράφων, να αιτηθεί παράταση της προθεσμίας για απολογία από τον ασκούντα την πειθαρχική δίωξη, ο οποίος μπορεί να την εγκρίνει κατόπιν σχετικής αναφοράς και απολογούμενος να προσκομίσει έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία.
Όταν το πειθαρχικό παράπτωμα στρέφεται προσωπικά εναντίον αυτού
που είναι αρμόδιος ν' ασκήσει πειθαρχική δίωξη
(κλήση σε απολογία) θα πρέπει του θέματος να επιλαμβάνεται το προϊστάμενο κλιμάκιο. Ουδείς κριτής των εαυτού υποθέσεων.
2. Οποιαδήποτε κατάθεση κατά
την διάρκεια της Ένορκης Διοικητικής Εξέτασης ή αναφορά στο πλαίσιο
Διοικητικής
Διερεύνησης δεν αντικαθιστά την απολογία του πειθαρχικώς διωκομένου.
3.
Η κλήση σε απολογία είναι σε κάθε περίπτωση έγγραφη και
περιέχει:
α) Τα στοιχεία του
διωκομένου (βαθμός, αριθμός μητρώου, επώνυμο, όνομα)
β) Πλήρη και ακριβή προσδιορισμό των πράξεων που στοιχειοθετούν
τα αποδιδόμενα στο στέλεχος Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ.
παραπτώματα καθώς και τις τυχόν ειδικές συνθήκες κάτω από τις οποίες τελέσθηκαν οι πράξεις αυτές.
γ) Τον τόπο και χρόνο
τέλεσης των πράξεων.
δ) Τις διατάξεις που
προβλέπουν τα πειθαρχικά παραπτώματα.
ε) Την προθεσμία προς υποβολή έγγραφης απολογίας, η οποία δεν
μπορεί να είναι μικρότερη των πέντε (5) ημερών
από την επομένη της επίδοσης της κλήσης.
στ) Τον τόπο και την ημερομηνία σύνταξης της κλήσης, την
υπογραφή του ασκούντος την πειθαρχική δίωξη, το
ονοματεπώνυμο και το βαθμό του καθώς και τη σφραγίδα της Υπηρεσίας.
Στην παρ. 3 αναφορικά με τα απαραίτητα στοιχεία της κλήσης προς
απολογία, πρέπει να επαναλαμβάνεται (βλ.
παρ. 1 του ίδιου άρθρου) ρητώς η δυνατότητα παράτασης της προθεσμίας υποβολής έγγραφης απολογίας, κατόπιν αιτήσεως του πειθαρχικώς διωκόμενου.
4. Η κλήση σε απολογία είναι
έγγραφο εμπιστευτικού χαρακτήρα και επιδίδεται στο πειθαρχικά διωκόμενο
στέλεχος
Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. με αποδεικτικό επίδοσης. Εφόσον ο πειθαρχικά διωκόμενος αρνείται να παραλάβει την κλήση ή να υπογράψει το αποδεικτικό, γίνεται σχετική μνεία σ' αυτό από τον επιδίδοντα παρουσία μάρτυρα, ο οποίος προσυπογράφει το αποδεικτικό. Αν ο πειθαρχικά διωκόμενος αρνείται να προσέλθει προς παραλαβή της κλήσης, αυτή επιδίδεται στην κατοικία του σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Κ.Ποιν. Δ. |
[10]
|
Ομάδα Εργασίας
Π.Ο.Ε.Π.Λ.Σ. για την επεξεργασία Σχεδίου Π.Δ. «Πειθαρχικού Δίκαιου»
προσωπικού Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ.
|
5. Στο έγγραφο της κλήσης σε
απολογία επισυνάπτεται απλό φωτοαντίγραφο πορίσματος Ένορκης Διοικητικής
Εξέτασης ή Διοικητικής Διερεύνησης, εφόσον αυτό υφίσταται.
6. Η πειθαρχική διαδικασία
συνεχίζεται και στην περίπτωση που ο διωκόμενος δεν υπέβαλε εμπρόθεσμα ή καθόλου
την απολογία του. Η απολογία που υποβάλλεται εκπρόθεσμα αλλά πριν την έκδοση της απόφασης ή την επικύρωση της ποινής, λαμβάνεται υπόψη.
7. Η απολογία υποβάλλεται
εγγράφως με τη μορφή υπηρεσιακής ατομικής αναφοράς, ιεραρχικά δια της
Υπηρεσίας του πειθαρχικώς διωκόμενου στελέχους Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. αποκλειστικά και
μόνο στον ασκούντα την πειθαρχική δίωξη. Η απολογία συντάσσεται σε ύφος
κόσμιο, ο δε διωκόμενος περιορίζεται μόνο στα απαραίτητα για την υπεράσπιση
του ζητήματα. Η τυχόν συνταχθείσα σε αντιστρατιωτικό ύφος έγγραφη απολογία,
ιδίως με τη χρήση προσβλητικών εκφράσεων, κρίσεων ή σχολίων σε βάρος στελεχών
Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ., δεν δύναται να αποτελέσει επιβαρυντικό στοιχείο για την όλη
πειθαρχική ευθύνη του απολογούμενου. Το γεγονός αυτό δύναται να αποτελέσει
όμως αντικείμενο νέας πειθαρχικής διώξεως, που ασκείται εξ αρχής.
Να προστεθεί η φράση μετά την ολοκλήρωση της τρέχουσας πειθαρχικής
δίωξης. Διαφορετικά φαλκιδεύεται το δικαίωμα απολογίας από τον κίνδυνο νέων
ταυτόχρονων πειθαρχικών διώξεων
8. Σε περίπτωση τυχόν αρνήσεως
υποβολής απολογίας η ποινή επιβάλλεται κανονικώς για το παράπτωμα στο οποίο
αφορά και αναγράφεται σε αυτήν ότι αν και ζητήθηκε απολογία αυτή δεν υποβλήθηκε.
Να καταχωρηθεί ότι πρέπει να εξετάζονται οι λόγοι της μη υποβολής
έγγραφης απολογίας του πειθαρχικά διωκόμενου.
9. Η επιβολή της ποινής σε
στελέχη Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. μετά την λήψη της έγγραφης απολογίας τους, πρέπει να
επακολουθεί το ταχύτερον δυνατόν, εφόσον η πράξη κρίνεται πειθαρχικώς
τιμωρητέα.
Άρθρο 15
Παραπτώματα που επισύρουν ποινή περιορισμού ή
φυλακίσεως.
1. Τα πειθαρχικά παραπτώματα
που επισύρουν ποινή περιορισμού ή φυλακίσεως είναι τα κατωτέρω αναφερόμενα :
α) Η παραβίαση των γενικών και ειδικών υποχρεώσεων και
απαγορεύσεων του Προσωπικού Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. που
προβλέπονται από τις κείμενες διατάξεις.
β) Η έλλειψη αμεροληψίας
και αντικειμενικότητας στις υπηρεσιακές ενέργειες.
γ) Η αναξιοπρεπής συμπεριφορά εντός και εκτός υπηρεσίας καθώς
και το αντικανονικό της στολής.
δ) Η χρησιμοποίηση τρίτων προσώπων για ευνοϊκή υπηρεσιακή
μεταχείριση.
|
[11]
|
Ομάδα Εργασίας
Π.Ο.Ε.Π.Λ.Σ. για την επεξεργασία Σχεδίου Π.Δ. «Πειθαρχικού Δίκαιου»
προσωπικού Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ.
|
ε) Οι αδικαιολόγητες απουσίες, εάν δεν συνιστούν ποινικό αδίκημα
κατά τις διατάξεις του ΣΠΚ, καθώς και η πλημμελής
ή η μη έγκαιρη εκτέλεση της υπηρεσίας, ή η παράλειψη εκτέλεσης αυτής.
στ) Η απείθεια, απροθυμία
ή αδιαφορία για την εκτέλεση διαταγής.
ζ) Η εκτός υπηρεσίας μέθη, που μπορεί να προκαλέσει δυσμενή
σχόλια σε βάρος του ιδίου ή της Υπηρεσίας ή η κατά
την εκτέλεση της υπηρεσίας χρήση οινοπνευματωδών ποτών.
η) Η άσκηση κριτικής επί διαταγών καθώς και η άσκηση κριτικής
επί υπηρεσιακών ενεργειών στελεχών Λ.Σ-ΕΛ.ΑΚΤ.,
που γίνεται δημόσια γραπτά ή προφορικά με χρησιμοποίηση ανακριβών στοιχείων ή με απρεπείς εκφράσεις.
θ) Η χωρίς την έγκριση του Υπουργείου Ναυτιλίας και Αιγαίου,
έκφραση γνώμης για υπηρεσιακά θέματα δια του τύπου
ή άλλων μέσων. Να προστεθεί η φράση "υπό την επιφύλαξη της άσκησης συνταγματικών δικαιωμάτων".
ι) Η από πρόθεση ψευδής αναφορά, κατάθεση ή δήλωση και οι
κακόβουλοι υπαινιγμοί ή χαρακτηρισμοί ενώπιον
οποιασδήποτε υπηρεσίας ή τρίτου κατά οποιουδήποτε στελέχους του Σώματος.
ια) Η χαλαρότητα, η αδράνεια και γενικά η αμέλεια στη διοίκηση,
ως και ο ανεπαρκής έλεγχος και εποπτεία των υφισταμένων.
ιβ) Η μη απονομή του οφειλόμενου χαιρετισμού και η μη τήρηση των
τύπων εκδήλωσης σεβασμού προς τα εθνικά
σύμβολα και τους ανωτέρους.
ιγ) Η συγκάλυψη ελαφρών παραπτωμάτων κατωτέρων και γενικά η
πλημμελής διαχείριση της πειθαρχικής δικαιοδοσίας .
ιδ) Η αποσιώπηση των παραπόνων κατωτέρων και η ανάρμοστη συμπεριφορά
προς αυτούς.
ιε) Η αδικαιολόγητη εμμονή στην υποβολή αίτησης για θέμα για το
οποίο έχει ήδη αποφανθεί η υπηρεσία. Πρέπει να αποσαφηνιστεί πότε θεωρείται ότι
υπάρχει αδικαιολόγητη εμμονή στην υποβολή αίτησης για θέμα που έχει αποφανθεί
η υπηρεσία.
ιστ) Η ανάρμοστη συμπεριφορά προς τους πολίτες, συναδέλφους και
υπαλλήλους άλλων υπηρεσιών.
ιζ) Η υπέρβαση της
ιεραρχίας.
ιη) Η αποδοχή οποιασδήποτε υλικής παροχής, εφόσον δεν συνιστά
δωροληψία και παρέχεται λόγω της ιδιότητας του.
ιθ) Η μη παροχή οφειλόμενης συνδρομής σε στέλεχος Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ,
εφόσον δεν συνιστά ποινικό αδίκημα.
κ) Η αναρμόδια παρέμβαση
υπέρ ή κατά τρίτου προσώπου.
κα) Οι οποιασδήποτε μορφής δημόσιες εκδηλώσεις υπέρ ή κατά
πολιτικών κομμάτων ή πολιτικών προσώπων.
κβ) Οι πράξεις οι αντιτιθέμενες στις περί πειθαρχίας και τάξεως
υποχρεώσεις, οι οποίες καθορίζονται στις κείμενες διατάξεις.
|
[12]
|
Ομάδα Εργασίας
Π.Ο.Ε.Π.Λ.Σ. για την επεξεργασία Σχεδίου Π.Δ. «Πειθαρχικού Δίκαιου»
προσωπικού Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ.
|
κγ) Η λόγω ασυνήθιστης χρήσης φθορά του οπλισμού και άλλων
δημοσίων ειδών ως και κάθε πράξη με την οποία
επέρχεται βλάβη, φθορά ή απώλεια των δημοσίων αυτών ειδών. Η παράλειψη αναφοράς για βλάβη, φθορά, ή απώλεια και η μη ακριβής συμμόρφωση προς τις υποχρεώσεις συντήρησης, χρήσης ή διαχείρισης των υλικών μέσων και εγκαταστάσεων της Υπηρεσίας.
κδ) Η αδικαιολόγητη μη μετάβαση για ιατρική εξέταση. Η ψευδής
δήλωση ασθενείας προς αποφυγή εκτέλεσης
υπηρεσίας ή διαταγής μετακίνησης, αν το στέλεχος Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. κριθεί ικανό για εκτέλεση υπηρεσίας από τον ιατρό που εκτελεί την υγειονομική υπηρεσία και
κε) Κάθε παράβαση που αντιβαίνει στα υπηρεσιακά καθήκοντα κάθε
στελέχους Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ., τα οποία απορρέουν
από τη θέση που κατέχει ή την ανατεθείσα αποστολή ή Υπηρεσία, όπως αυτά τα καθήκοντα καθορίζονται στους νόμους, τους κανονισμούς και τις διαταγές της υπηρεσίας.
2.
Για τον καθορισμό της ποινής και την επιμέτρηση αυτής
λαμβάνονται υπόψη :
α. οι προσωπικές ικανότητες και δεξιότητες του στελέχους
Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ., που θα πρέπει να εκτιμώνται σε συνάρτηση
με το χρόνο υπηρεσίας του στο Σώμα, το βαθμό εξοικείωσής του με το συγκεκριμένο υπηρεσιακό αντικείμενο, το γεγονός της ύπαρξης ή μη ειδικής εκπαίδευσης, κ.λπ.).
β. Η βαρύτητα της
παράβασης και οι συνθήκες τέλεσης της.
γ. Ο κλονισμός ο οποίος
προήλθε ή μπορούσε να προέλθει από την παράβαση στην πειθαρχία και την τάξη
επί της
Υπηρεσίας.
δ. Η σοβαρότητα των
καθηκόντων τα οποία έχουν ανατεθεί στον παραβάτη. ε. Όλες οι συντρέχουσες
επιβαρυντικές ή ελαφρυντικές περιστάσεις.
(1) Επιβαρυντικές περιστάσεις
είναι:
(α) Η υποτροπή στην τέλεση
ήδη διαπιστωθείσας παράβασης (β) Η καθ' έξη παραβατική συμπεριφορά.
(2) Ελαφρυντικές περιστάσεις
είναι:
(α) Η εν γένει καλή διαγωγή και έντιμη συμπεριφορά του παραβάτη.
(β) Η επίδειξη ειλικρινούς μεταμέλειας και η προσπάθεια
έμπρακτης μετάνοιας ή μείωσης των συνεπειών της παράβασης.
(γ) Η διαπιστούμενη δικαιολογημένη νομική ή πραγματική πλάνη. Η διαπιστούμενη
δικαιολογημένη νομική ή πραγματική
πλάνη δεν συνιστά ελαφρυντική περίσταση, αλλά συνιστά λόγο άρσης του αδίκου (εδώ έχουμε νομική αστοχία). Να διαγραφεί από τα ελαφρυντικά.
(δ) Η δικαιολογημένη
αγανάκτηση λόγω πρότερης άδικης συμπεριφοράς τρίτου.
Άρθρο 16
Παραπτώματα
που επισύρουν ποινή επίπληξης
|
[13]
|
Ομάδα Εργασίας
Π.Ο.Ε.Π.Λ.Σ. για την επεξεργασία Σχεδίου Π.Δ. «Πειθαρχικού Δίκαιου»
προσωπικού Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ.
|
1. Την ποινή της επίπληξης
επισύρουν τα όλως ελαφρά παραπτώματα, που αφορούν την εκτέλεση των
καθηκόντων, τη συμπεριφορά, την εμφάνιση και την παράσταση γενικά του
στελέχους Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. εντός και εκτός υπηρεσίας.
2. Η ποινή της επίπληξης
αιτιολογούμενη επαρκώς επιβάλλεται επίσης και για τα παραπτώματα του
προηγούμενου
άρθρου, αν το αρμόδιο πειθαρχικό όργανο, εκτιμώντας τη βαρύτητα του παραπτώματος, την προσωπικότητα του υπαιτίου και τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκαν, κρίνει ότι δεν πρέπει να επιβληθεί βαρύτερη συνήθης πειθαρχική ποινή.
3. Για ελαφρά πειθαρχικά
παραπτώματα, τα οποία προδήλως επισύρουν ποινή επίπληξης, ο αρμόδιος για την
άσκηση της πειθαρχικής δίωξης, εκτιμώντας την εν γένει εντός και εκτός
υπηρεσίας διαγωγή του στελέχους Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ., μπορεί με
απόφαση του να απευθύνει έγγραφη σύσταση προς το στέλεχος Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. ή να θέσει την υπόθεση στο αρχείο. Η έγγραφη σύσταση δεν συνιστά πειθαρχική ποινή.
Άρθρο 17
Αρμόδιοι για την άσκηση πειθαρχικής δίωξης
1. Αρμόδιοι για την άσκηση
της πειθαρχικής δίωξης με απευθείας κλήση προς απολογία είναι ο Υπουργός
Ναυτιλίας και Αιγαίου, ο Αρχηγός και οι Υπαρχηγοί Λ.Σ.- ΕΛ.ΑΚΤ. καθώς και ο
Γενικός Επιθεωρητής Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. για όλο το προσωπικό Λ.Σ.- ΕΛ.ΑΚΤ.
2. Αρμόδιοι για την άσκηση
πειθαρχικής δίωξης με απευθείας κλήση προς απολογία είναι επίσης:
α) οι Διευθυντές των Κλάδων του Αρχηγείου Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ., οι
Διευθυντές των Διευθύνσεων των Κλάδων, οι Προϊστάμενοι Περιφερειακών
Διοικήσεων Λ.Σ.- ΕΛ.ΑΚΤ, οι Προϊστάμενοι των Κεντρικών Λιμεναρχείων και
Λιμεναρχείων, οι Διοικητές
Δημοσίων Σχολών Εμπορικού Ναυτικού καθώς και το ανώτερο κατά βαθμό ή αρχαιότερο από τα υπηρετούντα στελέχη Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. σε σκάφη-πλοία Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. τα οποία αποτελούν αυτόνομες μονάδες, για το προσωπικό Λ.Σ.- ΕΛ.ΑΚΤ. των Υπηρεσιών τους.
β) αα) Οι Προϊστάμενοι των Υπηρεσιών που υπάγονται στο Αρχηγείο
Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. για το προσωπικό Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. των Υπηρεσιών τους.
ββ) Ο Διευθυντής Κλάδου Διοίκησης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης
για τους Προϊσταμένους των εδρών των Ναυτιλιακών Ακολούθων και οι τελευταίοι
για το προσωπικό Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. των εδρών τους.
γγ) Τα στελέχη
Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. που υπηρετούν ως Προϊστάμενοι Γενικών Διευθύνσεων, Διευθύνσεων
και Υπηρεσιών
του Υ.Ν.Α. όπου προβλέπεται, πλην Υπηρεσιών Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ., για το προσωπικό Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. των Υπηρεσιών τους.
δδ) Υπό την επιφύλαξη της
ανωτέρω υποπερίπτωσης (γγ) και της παραγράφου 6 του παρόντος άρθρου, ο
Προϊστάμενος της Διεύθυνσης Προσωπικού Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. για προσωπικό
Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. που δεν υπηρετεί σε Κεντρικές και Περιφερειακές
Υπηρεσίες Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. Εφόσον το στέλεχος κατά του οποίου ασκείται πειθαρχική δίωξη είναι ανώτερο ή αρχαιότερο του Διευθυντή Προσωπικού, τότε η πειθαρχική |
[14]
|
Ομάδα Εργασίας
Π.Ο.Ε.Π.Λ.Σ. για την επεξεργασία Σχεδίου Π.Δ. «Πειθαρχικού Δίκαιου»
προσωπικού Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ.
|
δίωξη ασκείται από τον Διευθυντή Κλάδου Διοίκησης και
Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης ή τον καθ' ύλην αρμόδιο Υπαρχηγό Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ.
γ) Εφόσον από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν
αποκρυσταλλώνεται αρμοδιότητα υπέρ συγκεκριμένου αρμοδίου
οργάνου για την άσκηση πειθαρχικής δίωξης, αυτή συντρέχει αποκλειστικώς υπέρ:
αα) του Αρχηγού Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. για τους Ανωτάτους Αξιωματικούς και
Πλοιάρχους Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ.
ββ) του Διευθυντή Κλάδου Διοίκησης και Ηλεκτρονικής
Διακυβέρνησης για τους Κατώτερους και Ανώτερους
Αξιωματικούς Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. πλην Πλοιάρχων και
γγ) του Διευθυντή Προσωπικού για Ανθυπασπιστές, Υπαξιωματικούς
Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. και Λιμενοφύλακες.
3. Όλα τα στελέχη
Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. πλην των αναφερομένων στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου
μπορούν να
αιτηθούν την πειθαρχική δίωξη κατωτέρου ή νεοτέρου στελέχους Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. με υποβολή αναφοράς κατ' αυτού. Την ίδια δυνατότητα έχουν τα στελέχη Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, όταν ο ελεγχόμενος δεν υπάγεται διοικητικά σ' αυτούς.
4. Αρμόδιοι για την άσκηση
της πειθαρχικής δίωξης κατόπιν πορίσματος Ένορκης Διοικητικής Εξέτασης ή
Διοικητικής Διερεύνησης είναι:
α) ο Αρχηγός Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. για τους Ανωτάτους Αξιωματικούς και
Πλοιάρχους Λ.Σ.- ΕΛ.ΑΚΤ. οι οποίοι κατά το χρόνο
έκδοσης της κλήσης σε απολογία υπηρετούν στις Κεντρικές Υπηρεσίες του Υπουργείου και του Αρχηγείου Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ., καθώς και για τους Προϊσταμένους Περιφερειακών Διοικήσεων Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. και το προσωπικό Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. που υπηρετεί στις έδρες Ναυτιλιακών Ακολούθων.
β) ο Διευθυντής Κλάδου Διοίκησης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης
για τους Κατώτερους και Ανώτερους Αξιωματικούς
Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. πλην Πλοιάρχων, οι οποίοι κατά το χρόνο έκδοσης της κλήσης σε απολογία υπηρετούν στις Κεντρικές Υπηρεσίες του Υπουργείου και του Αρχηγείου Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ.
γ) ο Διευθυντής Προσωπικού για Ανθυπασπιστές, Υπαξιωματικούς
Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. και Λιμενοφύλακες οι οποίοι κατά το
χρόνο έκδοσης της κλήσης σε απολογία υπηρετούν στις Κεντρικές Υπηρεσίες του Υπουργείου και του Αρχηγείου Λ.Σ.- ΕΛ.ΑΚΤ.
δ) οι Προϊστάμενοι Περιφερειακών Διοικήσεων Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. για το
προσωπικό της Περιφερειακής Διοίκησης που
προίστανται και των υπαγόμενων σε αυτή Λιμενικών Αρχών ανεξαρτήτως βαθμού.
5. Εφόσον από τις διατάξεις
του παρόντος άρθρου προκύπτει αμφισβήτηση ως προς την αρμοδιότητα
συγκεκριμένου
οργάνου για την άσκηση πειθαρχικής δίωξης, αυτή συντρέχει αποκλειστικώς υπέρ:
αα) του Αρχηγού Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. για τους Ανωτάτους Αξιωματικούς και
Πλοιάρχους Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ.
ββ) του Διευθυντή Κλάδου
Διοίκησης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης για τους Κατώτερους και Ανώτερους
Αξιωματικούς Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. πλην Πλοιάρχων και |
[15]
|
Ομάδα Εργασίας
Π.Ο.Ε.Π.Λ.Σ. για την επεξεργασία Σχεδίου Π.Δ. «Πειθαρχικού Δίκαιου»
προσωπικού Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ.
|
γγ) του Διευθυντή Προσωπικού για Ανθυπασπιστές, Υπαξιωματικούς
Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. και Λιμενοφύλακες.
6. Η εφαρμογή των διατάξεων
του παρόντος άρθρου τελεί υπό την επιφύλαξη ισχύος ειδικότερων διατάξεων για
προσωπικό Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. το οποίο υπηρετεί σε Υπηρεσίες για τις οποίες υφίσταται ειδικό καθεστώς πειθαρχικής δικαιοδοσίας.
Άρθρο 18
Άσκηση της πειθαρχικής δικαιοδοσίας
1.
Οι αρμόδιοι για την άσκηση συνήθους πειθαρχικής δίωξης
επιβάλλουν τις πειθαρχικές ποινές της επίπληξης, του περιορισμού και της
φυλάκισης ως ακολούθως:
α) Ο Υπουργός Ναυτιλίας
και Αιγαίου και ο Αρχηγός Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. : αα) Επίπληξη
ββ) Περιορισμό μέχρι 60
ημέρες γγ) Φυλάκιση μέχρι 60 ημέρες. β) Οι Ανώτατοι Αξιωματικοί Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ.:
αα) Επίπληξη
ββ) Περιορισμό μέχρι 40
ημέρες γγ) Φυλάκιση μέχρι 40 ημέρες. γ) Οι Ανώτεροι αξιωματικοί Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ.:
αα) Επίπληξη
ββ) Περιορισμό μέχρι 30
ημέρες γγ) Φυλάκιση μέχρι 30 ημέρες. δ) Οι κατώτεροι αξιωματικοί
Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ.: αα) Επίπληξη
ββ) Περιορισμό μέχρι 20
ημέρες γγ) Φυλάκιση μέχρι 20 ημέρες.
2. Την ποινή της επίπληξης
επιβάλλουν και οι Ανθυπασπιστές και Υπαξιωματικοί Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. που εκτελούν
χρέη Προϊσταμένου Λιμενικής Αρχής.
Άρθρο 19
Διαδικασία μετά την κλήση σε απολογία
1. Σε περίπτωση άσκησης
πειθαρχικής δίωξης από το αρμόδιο προς τούτο όργανο, αυτός που άσκησε τη
δίωξη προβαίνει,
μετά τη λήψη της απολογίας ή την παρέλευση άπρακτης της προθεσμίας υποβολής της, στις ακόλουθες ενέργειες:
α) Αν κρίνει ότι τα
πραγματικά περιστατικά, που αποδόθηκαν στον πειθαρχικώς διωκόμενο δεν
συνιστούν πειθαρχικό
παράπτωμα ή ότι γι' αυτά δεν συντρέχει περίπτωση επιβολής ποινής λόγω παραγραφής ή λήξης της πειθαρχικής ευθύνης θέτει την υπόθεση στο αρχείο με αιτιολογημένη απόφασή του. Η απόφαση της |
[16]
|
Ομάδα Εργασίας
Π.Ο.Ε.Π.Λ.Σ. για την επεξεργασία Σχεδίου Π.Δ. «Πειθαρχικού Δίκαιου»
προσωπικού Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ.
|
αρχειοθέτησης με τη σχετική αλληλογραφία υποβάλλεται στη
Διεύθυνση Προσωπικού προκειμένου προωθηθεί ιεραρχικά στο αρμόδιο για την
επικύρωση της ποινής πειθαρχικό όργανο.
β) Αν κρίνει ότι στοιχειοθετείται πειθαρχικό παράπτωμα το οποίο
επισύρει συνήθη πειθαρχική ποινή, επιβάλλει την
προσήκουσα πειθαρχική ποινή με αιτιολογημένη απόφαση του την οποία, μαζί με τη σχετική αλληλογραφία, υποβάλλει στη Διεύθυνση Προσωπικού κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 21 του παρόντος, προκειμένου προωθηθεί ιεραρχικά στο αρμόδιο για την επικύρωση της ποινής πειθαρχικό όργανο.
2. Η απόφαση επιβολής
συνήθους πειθαρχικής ποινής είναι έγγραφο εμπιστευτικού χαρακτήρα και
επιδίδεται στο τιμωρηθέν στέλεχος Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. με αποδεικτικό επίδοσης.
Εφόσον ο πειθαρχικά διωκόμενος αρνείται να παραλάβει την κλήση ή να υπογράψει
το αποδεικτικό, γίνεται σχετική μνεία σ' αυτό από τον επιδίδοντα παρουσία
μάρτυρα, ο οποίος προσυπογράφει το αποδεικτικό. Αν ο πειθαρχικά διωκόμενος
αρνείται να προσέλθει προς παραλαβή της κλήσης, αυτή επιδίδεται στην
κατοικία του σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Κ.Ποιν. Δ. Γίνεται λόγος για "κλήση", ενώ πρόκειται για επίδοση "ποινής". Σε κάθε περίπτωση άρνησης παραλαβής, κάθε πειθαρχικό έγγραφο πρέπει να επιδίδεται στην οικία του εγκαλούμενου, σύμφωνα με τις διατάξεις Κ.Π.Δ.
3. Στην απόφαση επιβολής
συνήθους πειθαρχικής ποινής πρέπει να αναφέρεται ρητά το δικαίωμα του
τιμωρούμενου
να υποβάλει αναφορά παραπόνων, η προθεσμία άσκησης του δικαιώματος αυτού και το αρμόδιο όργανο ενώπιον του οποίου θα ασκηθεί.
Άρθρο
20 Καταχώρηση των ποινών-Ποινολόγια
1. Η απόφαση με την οποία
επιβάλλεται συνήθης πειθαρχική ποινή σε στελέχη Λ.Σ.- ΕΛ.ΑΚΤ. καταχωρείται
στον
ατομικό φάκελο εκάστου στελέχους Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. και στα τηρούμενα, στην Υπηρεσία που υπηρετεί, βιβλία ποινολογίων.
2. Εφόσον πρόκειται για
επιβολή πειθαρχικής ποινής σε Αξιωματικό Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ., το οικείο ποινολόγιο
τηρείται από τη Διεύθυνση Προσωπικού Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ.
Άρθρο 21
Επικύρωση Συνήθων Πειθαρχικών Ποινών
1.
Οι αποφάσεις με τις οποίες επιβάλλονται συνήθεις πειθαρχικές
ποινές, υποβάλλονται προς επικύρωση, μαζί με τη
σχετική αλληλογραφία και την τυχόν υποβληθείσα αναφορά παραπόνων, ενώ σε περίπτωση που δεν έχει υποβληθεί αναφορά παραπόνων, μετά το πέρας της προθεσμίας για την υποβολή της, στο αρμόδιο όργανο για την εκδίκαση αναφορών παραπόνων σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 25 του παρόντος.
2.
Το αρμόδιο για την επικύρωση της ποινής όργανο:
α) Επικυρώνει με απόφαση
του την επιβληθείσα ποινή αν συμφωνεί με το είδος, το ύψος και το αιτιολογικό
της.
|
[17]
|
Ομάδα Εργασίας
Π.Ο.Ε.Π.Λ.Σ. για την επεξεργασία Σχεδίου Π.Δ. «Πειθαρχικού Δίκαιου»
προσωπικού Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ.
|
β) Μειώνει ή αίρει την επιβληθείσα ποινή, ή επαυξάνει αυτή στις
περιπτώσεις όπου προδήλως προκύπτει από τα
πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης ότι δεν επιβλήθηκε η προσήκουσα συνήθης πειθαρχική ποινή σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 15 και 16 του παρόντος, ή ότι ελήφθησαν υπόψη ελαφρυντικές περιστάσεις οι οποίες κατ'ουσίαν δεν υφίστανται. Σε περίπτωση που ο πειθαρχικός φάκελος χρήζει συμπλήρωσης ένεκα τυπικών σφαλμάτων, παραγγέλλει τη συμπλήρωση του.
γ) Εξετάζει αν για την επιβολή της ποινής τηρήθηκαν οι σχετικές
διατάξεις του παρόντος και αν η επιβληθείσα ποινή
αιτιολογείται επαρκώς, δικαιούμενο να διατάξει ή να εισηγηθεί αρμοδίως την διενέργεια Ε.Δ.Ε. ή διοικητικής διερεύνησης, ιδίως αν κρίνει ότι το πειθαρχικό παράπτωμα επισύρει καταστατική πειθαρχική ποινή. Στην περίπτωση που τελικώς, κατόπιν διενέργειας Ε.Δ.Ε., κριθεί ότι το πειθαρχικό παράπτωμα επισύρει καταστατική πειθαρχική ποινή, τότε το αρμόδιο κατά το άρθρο 37 για την έκδοση διαταγής παραπομπής όργανο ακυρώνει την ήδη επιβληθείσα συνήθη πειθαρχική ποινή καθώς και την κλήση σε απολογία και η υπόθεση παραπέμπεται ενώπιον του αρμοδίου Ανακριτικού Συμβουλίου.
3. Η μετά από επικύρωση
απόφαση, με την οποία επαυξάνεται, μειώνεται ή αίρεται η πειθαρχική ποινή,
επιδίδεται στον τιμωρηθέντα και συντάσσεται σχετικό αποδεικτικό.
4. Προκειμένου να
ενημερωθούν οι ατομικοί φάκελοι των στελεχών Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. καθώς και τα
τηρούμενα βιβλία
ποινολογίων, ολόκληρος ο πειθαρχικός φάκελος αποστέλλεται σε πρωτότυπη μορφή στη Διεύθυνση Προσωπικού, η οποία εξετάζει εάν τηρήθηκε ορθά η διαδικασία κατά το τυπικό μέρος σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος. Σε περίπτωση που ο πειθαρχικός φάκελος χρήζει συμπλήρωσης ένεκα τυπικών σφαλμάτων, παραγγέλλει τη συμπλήρωσή του.
Άρθρο 22
Έκτιση των ποινών
1. Τα τιμωρούμενα με την
ποινή του περιορισμού ή της φυλάκισης στελέχη Λ.Σ.- ΕΛ.ΑΚΤ. δεν δικαιούνται
λήψη
κανονικής ή προφορικής άδειας καθ' όλη τη διάρκεια έκτισης της ποινής τους. Κατά το αυτό χρονικό διάστημα δεν απαλλάσσονται από τα καθήκοντα της Υπηρεσίας τους.
2. Στελέχη Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. που
τιμωρούνται με περιορισμό ή φυλάκιση κατά την διάρκεια οποιασδήποτε άδειας
τους,
εκτίουν την ποινή μετά την επιστροφή στην υπηρεσία τους.
3. Ο χρόνος νοσηλείας ή της
αναρρωτικής άδειας των υπό ποινή διατελούντων δεν προσμετράται στο χρόνο της
ποινής
αλλά ο τιμωρηθείς υποχρεώνεται μετά την λήξη της νοσηλείας ή της αναρρωτικής άδειας ή την από το Νοσοκομείο έξοδό του να εκτίσει την επιβληθείσα ποινή.
Άρθρο 23
Διακοπή εκτίσεως ποινής. Απαλλαγή εκτίσεως
του υπολοίπου.
1. Διακοπή εκτίσεως ποινής
απαγορεύεται, εκτός εάν συντρέχουν λόγοι υγείας ή άλλοι σοβαροί λόγοι οι
οποίοι
πιστοποιούνται με επίσημα έγγραφα. Το δικαίωμα διακοπής εκτίσεως της ποινής το έχει το όργανο που την επέβαλλε. |
[18]
|
2.
Απαλλαγή εκτίσεως του υπολοίπου των συνήθων πειθαρχικών ποινών
διατάσσεται μόνο από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας,με την ευκαιρία Εθνικών
επετείων, μεγάλων εορτών ή ευτυχών Εθνικών γεγονότων.
Άρθρο 24
Υποβολή παραπόνων
1. Στέλεχος Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. το
οποίο τιμωρήθηκε με συνήθη πειθαρχική ποινή, δικαιούται μέσα σε αποκλειστική
προθεσμία
δέκα πέντε (15) ημερών από την επομένη της επίδοσης σ' αυτό της απόφασης επιβολής συνήθους πειθαρχικής ποινής να υποβάλει αναφορά παραπόνων σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, ενώπιον των κατά το άρθρο 25 αρμοδίων πειθαρχικών οργάνων, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 3 του άρθρου 25. Η προθεσμία προς υποβολή αναφοράς παραπόνων καθώς και η υποβολή αυτής δεν αναστέλλουν την εκτέλεση της ποινής. Δεν υπόκεινται σε αναφορά παραπόνων οι αποφάσεις του Υπουργού Ναυτιλίας και Αιγαίου, με τις οποίες επιβάλλονται συνήθεις πειθαρχικές ποινές. Είναι απαράδεκτο να καθιερωθεί η αναφορά παραπόνων σε πρώτο και τελευταίο βαθμό μόνο. Ας σημειωθεί ότι η πειθαρχική δίωξη είναι ιδιαίτερα επαχθές μέτρο. Δεν προσβάλει μόνο την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, αλλά τραυματίζει την ψυχική ενότητα και τη διάθεση μαχητικής και παραγωγικής δραστηριοποίησης. Άλλωστε στο άρθρο 73 ΣΠΚ θεσπίζεται ως ποινικό αδίκημα η πειθαρχική δίωξη χωρίς να συντρέχουν οι νόμιμες, προς τούτο, προϋποθέσεις. Είναι αναγκαίο επομένως να τηρηθούν και οι τρείς βαθμοί υποβολής παραπόνων.
2. Η αναφορά παραπόνων
υποβάλλεται εγγράφως με τη μορφή υπηρεσιακής ατομικής αναφοράς, περιορίζεται
μόνο στα απαραίτητα για την υπεράσπιση του τιμωρουμένου ζητήματα και
διαβιβάζεται ιεραρχικά στο κατά τις διατάξεις του επομένου άρθρου αρμόδιο
πειθαρχικό όργανο για την εκδίκαση της.
3. Οι περιεχόμενες στην
αναφορά παραπόνων προσβλητικές εκφράσεις, κρίσεις ή σχόλια σε βάρος στελεχών
Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ., μη αναγκαίες για την υπεράσπιση του υποβάλλοντος την αναφορά, αποτελούν πειθαρχικό παράπτωμα, για τη δίωξη του οποίου εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις της παρ. 7 του άρθρου 14 του παρόντος.
4. Ο παραπονούμενος
δικαιούται να συνυποβάλλει με την αναφορά παραπόνων μόνο νέα έγγραφα αποδεικτικά
στοιχεία.
Άρθρο 25
Αρμόδιοι για την εκδίκαση των αναφορών
παραπόνων
1. Αρμόδιοι για την εκδίκαση
των αναφορών παραπόνων σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, υπό την επιφύλαξη των
διατάξεων της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου είναι:
α) Ο Υπουργός Ναυτιλίας και Αιγαίου, για τις ποινές που επέβαλε
ο Αρχηγός Λ.Σ.- ΕΛ.ΑΚΤ.
β) Ο Αρχηγός Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. για τις ποινές που έχουν επιβληθεί από
τους Υπαρχηγούς Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. και τον Γενικό
Επιθεωρητή Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. |
[19]
|
Ομάδα Εργασίας
Π.Ο.Ε.Π.Λ.Σ. για την επεξεργασία Σχεδίου Π.Δ. «Πειθαρχικού Δίκαιου»
προσωπικού Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ.
|
γ) Ο κατά περίπτωση καθ' ύλην αρμόδιος Υπαρχηγός Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ.
για τις ποινές που έχουν επιβληθεί από τους
Διευθυντές των Κλάδων Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ.
δ) Οι κατά περίπτωση αρμόδιοι Διευθυντές Κλάδων Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. για
τις ποινές που έχουν επιβληθεί από τους
Διευθυντές των Διευθύνσεων των Κλάδων.
ε) Ο Διευθυντής Κλάδου Διοίκησης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης
για τις ποινές που έχουν επιβληθεί από τους
Προϊσταμένους Περιφερειακών Διοικήσεων Λ.Σ.- ΕΛ.ΑΚΤ.
στ) Οι Προϊστάμενοι Περιφερειακών Διοικήσεων Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. για
τις ποινές που έχουν επιβληθεί από τους
Προϊσταμένους των Κεντρικών Λιμεναρχείων και Λιμεναρχείων της Περιφέρειάς τους.
ζ) Ο Διευθυντής Κλάδου Ναυτιλίας για τις ποινές που έχουν
επιβληθεί από τους Διοικητές Δημοσίων Σχολών
Εμπορικού Ναυτικού.
η) Ο Διευθυντής Κλάδου Ασφάλειας και Αστυνόμευσης για τις ποινές
που έχουν επιβληθεί από το ανώτερο κατά βαθμό ή αρχαιότερο από τα υπηρετούντα
στελέχη Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. σε σκάφη-πλοία Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. τα οποία αποτελούν αυτόνομες
μονάδες.
θ) Ο Διευθυντής Κλάδου Διοίκησης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης
για τις ποινές που έχουν επιβληθεί από τους
Προϊσταμένους των Υπηρεσιών που υπάγονται στο Αρχηγείο Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ.
ι) Ο Διευθυντής Κλάδου Διοίκησης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης
για τις ποινές που έχουν επιβληθεί από τα στελέχη Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. της
υποπερίπτωσης (γγ) της περίπτωσης (β) της παραγράφου 2 του άρθρου 17 του
παρόντος.
2. Οι αρμόδιοι για την
εκδίκαση της αναφοράς παραπόνων εξετάζουν εξ αρχής την υπόθεση, και εκδίδουν
αιτιολογημένη απόφαση επί αυτής. Στην περίπτωση υποβολής αναφοράς παραπόνων
ισχύει η αρχή της μη χειροτέρευσης της θέσης του παραπονούμενου, με εξαίρεση
τις περιπτώσεις όπου προδήλως προκύπτει από τα πραγματικά περιστατικά της
υπόθεσης
ότι δεν επιβλήθηκε η προσήκουσα συνήθης πειθαρχική ποινή σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 15 και 16, ή ότι ελήφθησαν υπόψη ελαφρυντικές περιστάσεις οι οποίες κατ'ουσίαν δεν υφίστανται. Σε περίπτωση υποβολής αναφοράς παραπόνων η αρχή της απαγόρευσης της χειροτέρευσης της θέσης του παραπονούμενου πρέπει να είναι απόλυτη. Διαφορετικά ελάχιστοι θα υποβάλουν αναφορές παραπόνων ακριβώς για τον κίνδυνο να αντιμετωπίσουν αντί άρσης, επαύξηση της ποινής. Εάν πράγματι υπάρξει περίπτωση απαράδεκτα επιεικούς πειθαρχικού ελέγχου, δεν πρέπει να υποστεί συνέπειες ο τιμωρούμενος, αλλά τα αρμόδια πειθαρχικά όργανα για την πλημμελή εκτέλεση του καθήκοντός τους.
3. Σε περίπτωση επαύξησης
επιβληθείσας πειθαρχικής ποινής, ο τιμωρούμενος κατ'εξαίρεση δικαιούται να
υποβάλει
αναφορά παραπόνων σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του άρθρου 24, ενώπιον του Αρχηγού Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ., ή ενώπιον του Υπουργού Ναυτιλίας και Αιγαίου σε περίπτωση που ο Αρχηγός προέβη στην επαύξηση της ποινής. Στην περίπτωση αυτή η απόφαση που εκδίδεται είναι αμετάκλητη για την Υπηρεσία και ισχύει ανεξαιρέτως η αρχή της μη χειροτέρευσης της θέσης του κατηγορουμένου. |
Άρθρο 26
|
[20]
|
Ομάδα Εργασίας
Π.Ο.Ε.Π.Λ.Σ. για την επεξεργασία Σχεδίου Π.Δ. «Πειθαρχικού Δίκαιου»
προσωπικού Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ.
|
Διαδικασία μετά την ακύρωση πειθαρχικής
απόφασης
Σε περίπτωση που ακυρώθηκε από τα διοικητικά δικαστήρια απόφαση
με την οποία επιβλήθηκε συνήθης πειθαρχική
ποινή, η υπόθεση αναπέμπεται στο πειθαρχικό όργανο που εξέδωσε την ακυρωθείσα πράξη και επανεξετάζεται μέσα σε ένα (1) μήνα από την περιέλευσή της στην Υπηρεσία του. Να περιληφθεί και η καταστατική ποινή.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
Δ'
ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΕΣ
ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΕΣ ΠΟΙΝΕΣ
Άρθρο
27
Αργία
με πρόσκαιρη παύση
1. Τα εν ενεργεία στελέχη
Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. τίθενται στην κατάσταση της αργίας με πρόσκαιρη παύση για τα
εξής
περιοριστικώς αναφερόμενα πειθαρχικά παραπτώματα:
α) Παράβαση υπηρεσιακής εχεμύθειας, εφόσον δεν συντρέχει
περίπτωση εφαρμογής της παραγράφου 1(α)του επόμενου
άρθρου.
β) Αποσιώπηση πειθαρχικών παραπτωμάτων υφισταμένων που επισύρουν
καταστατικές ποινές ή ανακριβής περιγραφή
αυτών.
γ) Απώλεια υπηρεσιακών εγγράφων ή από πρόθεση μη έγκαιρη
διεκπεραίωση τους, εφόσον προκλήθηκε
ανεπανόρθωτη βλάβη στην Υπηρεσία ή παραγραφή ποινικών ή
πειθαρχικών παραπτωμάτων.
δ) Παρότρυνση σε απείθεια κατά των νόμων, των κανονισμών ή των
διαταγών της Υπηρεσίας ή παρότρυνση σε υποβολή
ομαδικών παραπόνων ή παραιτήσεων για την αποτροπή υπηρεσιακής ενέργειας.
ε) Παράλειψη ανακοίνωσης πληροφορίας ενώπιον του ιεραρχικώς
προϊσταμένου κλιμακίου ή της αρμόδιας εισαγγελικής
αρχής που αφορά στη διάπραξη πλημμελήματος ή κακουργήματος ή στο δράστη.
στ) Κατ' επανάληψη αποσιώπηση παραπόνων κατωτέρων,καθώς και η
κατ' επανάληψη κατάχρηση ή υπέρβαση εξουσίας ή υβριστική συμπεριφορά προς
αυτούς.
ζ) Για κάθε πράξη γενικά που αποτελεί παράπτωμα για το οποίο
κρίνονται ανεπαρκείς και μη αποτελεσματικές οι συνήθεις πειθαρχικές ποινές.
η) Η εκτέλεση κατά το χρόνο αναρρωτικής άδειας οποιασδήποτε
εργασίας ή δραστηριότητας, που δεν
συνάδει με την κατάσταση
της υγείας του ή με τη σχετική γνωμάτευση του υπηρεσιακού γιατρού ή μπορεί να
επιβραδύνει την ανάρρωσή του ή να επιδεινώσει την κατάσταση της υγείας του.
|
[21]
|
Ομάδα Εργασίας
Π.Ο.Ε.Π.Λ.Σ. για την επεξεργασία Σχεδίου Π.Δ. «Πειθαρχικού Δίκαιου»
προσωπικού Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ.
|
2. Η θέση σε κατάσταση
αργίας με πρόσκαιρη παύση ερείδεται σε αντίστοιχη ποινή, η οποία επιβάλλεται
με απόφαση
του Αρχηγού Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. μετά από σχετική απόφαση του αρμοδίου Ανακριτικού και Πειθαρχικού Συμβουλίου Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ.
3. Η διάρκεια της αργίας με
πρόσκαιρη παύση δε δύναται να είναι μικρότερη των δύο μηνών, ούτε μεγαλύτερη
των
έξι μηνών.
4. Τα στελέχη Λ.Σ. -ΕΛ.ΑΚΤ.
τα οποία διατελούν στην κατάσταση της αργίας με πρόσκαιρη παύση:
α) Δεν εκτελούν υπηρεσία και διαγράφονται από τη δύναμη της
Υπηρεσίας τους από την επομένη της κοινοποίησης της
σχετικής απόφασης και εντάσσονται στη δύναμη της Διεύθυνσης Προσωπικού Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ., στην οποία παρουσιάζονται εκ νέου την επόμενη μέρα από τη λήξη της ποινής τους. Δύνανται δε να εκτίσουν την ποινή τους σε τόπο επιλογής τους ύστερα από έγκριση του Αρχηγού Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ., χωρίς να δικαιούνται οδοιπορικά έξοδα.
β) Δεν επιτρέπεται να φέρουν στολή και υπόκεινται σε όλες τις
διατάξεις περί πειθαρχίας όπως και τα σεενεργό υπηρεσία
στελέχη Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ.
γ) Υποχρεούνται να εμφανίζονται προς εξέταση ενώπιον των
αρμοδίων δικαστικών και ανακριτικών αρχών,εφόσον
κλητεύονται.
δ) Υποχρεούνται να παραδίδουν τον ατομικό τους οπλισμό και το
υπηρεσιακό δελτίο ταυτότητας και εφοδιάζονται με σχετική βεβαίωση της
Υπηρεσίας η οποία φέρει φωτογραφία με πολιτική περιβολή και τα στοιχεία της
ταυτότητάς τους, καθώς και
τους εξοπλισμούς που έχουν χρεωθεί υπηρεσιακά.
ε) Λαμβάνουν το εξήντα
τοις εκατό του συνόλου των αποδοχών τους.
5. Ο χρόνος της αργίας με
πρόσκαιρη παύση λογίζεται ως συντάξιμος χρόνος πραγματικής υπηρεσίας.
Άρθρο 28
Αργία με προσωρινή απόλυση
1. Τα εν ενεργεία στελέχη
Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. τίθενται στην κατάσταση της αργίας με προσωρινή απόλυση για τα
εξής
περιοριστικώς αναφερόμενα πειθαρχικά παραπτώματα:
α) Παράβαση υπηρεσιακής εχεμύθειας που δύναται να επιφέρει βλάβη
της Υπηρεσίας ή τρίτων ή να δυσχεράνει το
έργο αυτής.
β) Μέθη κατά την εκτέλεση
της υπηρεσίας.
γ) Συμμετοχή σε παράνομα παίγνια που διενεργούνται ιδίως σε
δημόσια κέντρα ή άλλους δημόσιους χώρους.
δ) Έκδοσής τελεσίδικης
καταδικαστικής απόφασης για έγκλημα περί την υπηρεσία που τιμωρείται σε βαθμό
πλημμελήματος ή για αδίκημα που τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή τουλάχιστον τριών μηνών, εφόσον δεν εμπίπτει στις περιπτώσεις που επισύρουν την ποινή της απόταξης. Να τεθεί ο όρος «αμετάκλητη απόφαση» αντί της λέξης "τελεσίδικης". Ομοίως πρόβλεψη μόνο για τα εκ δόλου τιμωρούμενα αδικήματα. Διαφορετικά σε κάθε τροχαίο θα υπάρχει |
[22]
|
Ομάδα Εργασίας
Π.Ο.Ε.Π.Λ.Σ. για την επεξεργασία Σχεδίου Π.Δ. «Πειθαρχικού Δίκαιου»
προσωπικού Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ.
|
κίνδυνος επαγγελματικής εξόντωσης του στελέχους, με επιβολή ποινής
αργίας, με προσωρινή απόλυση.
ε) Παράβαση των κανόνων της ασφάλειας ναυσιπλοΐας ή των κανόνων
πτήσης ή μη ενδεδειγμένοι χειρισμοί από
τον κυβερνήτη ή τον χειριστή εναέριων μέσων αντίστοιχα.
στ) Κατ' επανάληψη αδικαιολόγητη αποχή από την εκτέλεση των
καθηκόντων εφόσον δε συνιστά το έγκλημα της
λιποταξίας.
ζ) Βάναυση συμπεριφορά προς ομοιόβαθμους, υφιστάμενους ή
πολίτες, πλην πράξεων που συνιστούν βασανιστήρια,
ή άλλες προσβολές της ανθρώπινης αξιοπρέπειας κατά την έννοια του άρθρου 137Α του Π.Κ., οι οποίες επισύρουν την ποινή της απόταξης.
η) Η από βαριά αμέλεια
απώλεια υπηρεσιακού οπλισμού.
θ) Η κάθε γενικά πράξη που αποτελεί παράπτωμα για το οποίο
κρίνεται ανεπαρκής και μη αποτελεσματική η ποινή της
αργίας με πρόσκαιρη παύση. Να απαλειφθεί η παρ. 1θ γιατί είναι εντελώς αόριστη και υποθάλπει την δυνατότητα αυθαιρεσιών της Διοίκησης, ενώ καθιστά άνευ αντικειμένου τον χαρακτήρα της «περιοριστικής απαρίθμησης», που υπάρχει στην επικεφαλίδα.
2. Η θέση σε κατάσταση
αργίας με προσωρινή απόλυση ερείδεται σε αντίστοιχη ποινή, η οποία επιβάλλεται
με απόφαση του Αρχηγού Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. μετά από σχετική απόφαση του αρμόδιου Ανακριτικού Πειθαρχικού Συμβουλίου Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ.
3. Η διάρκεια της αργίας με
προσωρινή απόλυση δε δύναται να είναι μικρότερη των τεσσάρων μηνών, ούτε
μεγαλύτερη
των δώδεκα μηνών.
4. Τα στελέχη Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ.
τα οποία διατελούν στην κατάσταση της αργίας με προσωρινή απόλυση:
α) Δεν εκτελούν υπηρεσία και διαγράφονται από τη δύναμη της
Υπηρεσίας τους από την επομένη της κοινοποίησης
της σχετικής απόφασης και εντάσσονται στη δύναμη της Διεύθυνσης Προσωπικού Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ., στην οποία παρουσιάζονται μετά την επόμενη ημέρα από τη λήξη της ποινής τους. Δύνανται δε να εκτίσουν την ποινή τους σε τόπο επιλογής τους, ύστερα από έγκριση του Αρχηγού Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ., χωρίς να δικαιούνται οδοιπορικά έξοδα.
β) Δεν επιτρέπεται να φέρουν στολή και υπόκεινται σε όλες τις
διατάξεις περί πειθαρχίας, όπως και τα σε ενεργό υπηρεσία
στελέχη Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ.
γ) Υποχρεούνται να εμφανίζονται προς εξέταση ενώπιον των
αρμοδίων δικαστικών και ανακριτικών αρχών, εφόσον
κλητεύονται.
δ) Υποχρεούνται να παραδίδουν τον ατομικό τους οπλισμό και το
υπηρεσιακό δελτίο ταυτότητας και εφοδιάζονται με σχετική βεβαίωση της
Υπηρεσίας η οποία φέρει φωτογραφία με πολιτική περιβολή και τα στοιχεία της
ταυτότητάς τους, καθώς
και τους εξοπλισμούς που έχουν χρεωθεί υπηρεσιακά.
ε) Υποβιβάζονται στη
σειρά αρχαιότητας τους, σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις.
στ) Λαμβάνουν το πενήντα τοις εκατό του συνόλου των αποδοχών
τους.
|
[23]
|
Ομάδα Εργασίας
Π.Ο.Ε.Π.Λ.Σ. για την επεξεργασία Σχεδίου Π.Δ. «Πειθαρχικού Δίκαιου»
προσωπικού Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ.
|
5. Ο χρόνος της αργίας με
προσωρινή απόλυση δε λογίζεται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας για τη
σύνταξη.
Άρθρο 29
Κοινές διατάξεις για τις καταστατικές ποινές
αργίας με πρόσκαιρη παύση και
προσωρινή απόλυση
1. Το προσωπικό Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ.
τίθεται στην κατάσταση της αργίας με πρόσκαιρη παύση ή με προσωρινή απόλυση,
με απόφαση του Αρχηγου Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ.
2. Η ποινή της αργίας με
πρόσκαιρη παύση ή με προσωρινή απόλυση που έχει επιβληθεί, δε δύναται να
αρθεί ή να
μετατραπεί, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων της επομένης παραγράφου.
3. Αν με τελεσίδικη ποινική
απόφαση καταδικάστηκε στέλεχος Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. σε ποινή φυλάκισης ανώτερη των
έξι
μηνών και για το αντίστοιχο πειθαρχικό παράπτωμα δεν επιβλήθηκε πειθαρχική ποινή ή έχει επιβληθεί συνήθης πειθαρχική ποινή ή έχει επιβληθεί η ποινή της αργίας με πρόσκαιρη παύση, η πειθαρχική διαδικασία δύναται να επαναληφθεί με απόφαση του ασκούντος την πειθαρχική δίωξη για τυχόν επιβολή ποινής αργίας με προσωρινή απόλυση ή απόταξης. Να περιοριστεί η επίπτωση μόνο στα εκ δόλου αδικήματα και να τεθεί ως προϋπόθεση το αμετάκλητο της απόφασης. Υπάρχει δεδικασμένο το οποίο δεν πρέπει ν' ανατραπεί. Κατά παραχώρηση προτείνεται η δυνατότητα αργίας με προσωρινή παύση. Τα πειθαρχικά συμβούλια δεν πρέπει να είναι δέσμια των ποινικών δικαστηρίων.
4. Σε περίπτωση που στέλεχος
Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ., σε βάρος του οποίου επιβλήθηκε η ποινή της αργίας με πρόσκαιρη
παύση ή προσωρινή απόλυση, διαπράξει πειθαρχικό παράπτωμα που επισύρει μία εκ
των ποινών αυτών, εκτίει τη νέα αυτή ποινή
από την λήξη της προηγούμενης.
5. Σε καιρό πολέμου, καθώς
και γενικής ή μερικής επιστράτευσης, ο οικείος Υπουργός δύναται με διαταγή να
απαλλάσσει
τους διατελούντες σε κατάσταση αργίας με πρόσκαιρη παύση ή προσωρινή απόλυση, από την έκτιση της υπόλοιπης ποινής τους, οπότε αυτοί οφείλουν να παρουσιασθούν στην Υπηρεσία η οποία ορίζεται στην ίδια διαταγή. Από την επομένη της κοινοποίησης της διαταγή αυτής στους ενδιαφερόμενους αίρονται οι συνέπειες της ποινής, εκτός των αναφερομένων των παραγράφων 4 περίπτωση (ε) και 5 του προηγουμένου άρθρου.
6. Οι διατελέσαντες σε
κατάσταση αργίας με πρόσκαιρη παύση ή αργίας με προσωρινή απόλυση,
επανέρχονται αυτοδίκαια
στην προηγούμενη κατάσταση την επόμενη ημέρα τη λήξη αυτής, χωρίς άλλη διατύπωση. Εφόσον επανέρχονται στην ενεργό υπηρεσία, υποχρεούνται να παρουσιασθούν αμέσως στη Διεύθυνση Προσωπικού Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ.
Άρθρο
30 Απόταξη
1. Η ποινή της απόταξης
επιβάλλεται στους μόνιμους εν ενεργεία ή σε πολεμική διαθεσιμότητα,
Αξιωματικούς και Ανθυπασπιστές Λ.Σ., καθώς και στους μόνιμους εν ενεργεία ή
στους υπαχθέντες στην κατάσταση πολεμικής αποστρατείας
|
[24]
|
Ομάδα Εργασίας
Π.Ο.Ε.Π.Λ.Σ. για την επεξεργασία Σχεδίου Π.Δ. «Πειθαρχικού Δίκαιου»
προσωπικού Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ.
|
Υπαξιωματικούς και Λιμενοφύλακες, για τους παρακάτω
περιοριστικώς αναφερόμενους λόγους:
α) Για έλλειψη πίστης, σεβασμού και αφοσίωσης στην Πατρίδα και
το Δημοκρατικό Πολίτευμα της Χώρας, καθώς και για κάθε ενέργεια που
στρέφεται, άμεσα ή έμμεσα, στην υπονόμευση της έννομης τάξης.
β) Για πράξεις που θίγουν την τιμή, αξιοπρέπεια και υπόληψη του
στρατιωτικού ή το κύρος του Σώματος ή μαρτυρούν έλλειψη ακεραιότητας και
διαφθορά χαρακτήρα. Επιβαρυντική περίπτωση συνιστά η τέλεση των πράξεων αυτών
δια του τύπου ή του διαδικτύου.
γ) Κατόπιν έκδοσης τελεσίδικης (Αντί της «τελεσίδικης» να μπει ο όρος
«αμετάκλητης») δικαστικής απόφασης η
πορίσματος Ε.Δ.Ε. (Να αποκλειστεί η περίπτωση του πορίσματος της ΕΔΕ., καθόσον η τελευταία έχει αυτόνομη λειτουργία, ανεξάρτητα από τον χαρακτηρισμό μιας πράξης ως κακουργήματος) με τα οποία διαπιστώνεται η διάπραξη ή απόπειρα διάπραξης εγκλημάτων σε βαθμό κακουργήματος, καθώς και διάπραξη των εγκλημάτων Αντίστασης ('Αρθρο 167 Π.Κ.), ελευθέρωσης φυλακισμένου από πρόθεση ('Αρθρο 172 παρ.1 Π.Κ.), εγκληματικής οργάνωσης ('Αρθρο 187 Π.Κ.), παραχάραξης ('Αρθρο 207 Π.Κ.), πλαστογραφίας ('Αρθρο 216 Π.Κ.), πλαστογραφίας πιστοποιητικών ('Αρθρο 217 Π.Κ.), πλαστογραφίας και κατάχρησης ενσήμων ('Αρθρο 218 Π.Κ.), υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης ('Αρθρο 220 Π.Κ.), υπεξαγωγής εγγράφου ('Αρθρο 222 Π.Κ.), ψευδορκίας ('Αρθρο 224 Π.Κ.), ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης ('Αρθρο 225 Π.Κ.), ψευδούς καταμήνυσης ('Αρθρο 229 Π.Κ.), υπόθαλψης εγκληματία (Άρθρο 231 Π.Κ.), παθητικής και ενεργητικής δωροδοκίας ('Αρθρα 235-236 Π.Κ.), ψευδούς βεβαίωσης και νόθευσης ('Αρθρο 242 Π.Κ.), καταπίεσης ('Αρθρο 244 Π.Κ.), απιστίας περί την υπηρεσία ('Αρθρο 256 Π.Κ), εκμετάλλευσης εμπιστευμένων πραγμάτων (άρθρο 257 Π.Κ.), παρότρυνσης υφισταμένων και ανοχής ('Αρθρο 261 Π.Κ.), εμπρησμού από πρόθεση ('Αρθρο 264 Π.Κ.), έκθεσης ('Αρθρο 306 Π.Κ.), παράλειψης λύτρωσης από κίνδυνο ζωής ('Αρθρο 307 Π.Κ.), εμπορίας δούλων ('Αρθρο 323 Π.Κ.), εμπορίας ανθρώπων ('Αρθρο 323 Α' Π.Κ.), παράνομης βίας ('Αρθρο 330 Π. Κ.), εγκλημάτων κατά της γενετήσιας ελευθερίας και εγκλημάτων οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής ('Αρθρα 336 έως 353 Π.Κ.), συκοφαντικής δυσφήμησης ('Αρθρο 363 Π.Κ.), παραβίασης απορρήτου των τηλεφωνημάτων και της προφορικής συνομιλίας ('Αρθρο 370 Α' Π.Κ.), κλοπής (άρθρο 372 Π.Κ.), υπεξαίρεσης κοινής και στην υπηρεσία (άρθρα 375, 258 Π.Κ.), ληστείας (Άρθρο 380 Π.Κ.), εκβίασης ('Αρθρο 385 Π. Κ.), απάτης ('Αρθρο 386 Π.Κ.), απάτης σχετικής με τις ασφάλειες ('Αρθρο 388 Π.Κ.), αποδοχής και διάθεσης προϊόντων εγκλήματος ('Αρθρο 394 Π. Κ), τοκογλυφίας ('Αρθρο 404 Π. Κ), παραβάσεις της νομοθεσίας περί ζωοκλοπής, ναρκωτικών, αλλοδαπών, αρχαιοτήτων και λαθρεμπορίας, ως και παραβάσεις της νομοθεσίας περί όπλων και εκρηκτικών εφόσον εφόσον οι τελευταίες τιμωρούνται με ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον ενός (1) έτους.
δ) Για βαριά παραπτώματα,
σχετικά με την υπηρεσία ή την πειθαρχία.
ε) Για απρεπή διαγωγή που
επιδείχθηκε κατ' επανάληψη.
στ) Σε περίπτωση
καταδίκης σε φυλάκιση μεγαλύτερη των έξι μηνών με αμετάκλητη απόφαση ποινικού
δικαστηρίου. Να θεσμοθετηθεί ο προσδιορισμός της εξάμηνης φυλάκισης, μόνο για
εκ δόλου τελούμενο αδίκημα.
|
[25]
|
Ομάδα Εργασίας
Π.Ο.Ε.Π.Λ.Σ. για την επεξεργασία Σχεδίου Π.Δ. «Πειθαρχικού Δίκαιου»
προσωπικού Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ.
|
ζ) Σε περίπτωση τιμωρίας εντός δεκαετίας τρεις φορές με πρόσκαιρη
παύση ή δύο φορές με πρόσκαιρη παύση και μια φορά με προσωρινή απόλυση ή δύο
φορές με προσωρινή απόλυση.
η) Σε περίπτωση αιχμαλωσίας, αν δεν έπραξε, πριν από αυτή, ό,τι
επιβάλλει το καθήκον και η στρατιωτική τιμή.
θ) Σε περίπτωση
λιποταξίας.
2. Όταν συντρέχει η
περίπτωση της υποπαραγράφου 1(ζ), ο τιμωρηθείς τίθεται με απόφαση του Αρχηγού
Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. σε απόταξη χωρίς παραπομπή σε Ανακριτικό Συμβούλιο και
ανεξάρτητα από την έκτιση τυχόν άλλης πειθαρχικής ποινής, ενώ σε όλες τις
άλλες περιπτώσεις η παραπομπή σε Ανακριτικό Συμβούλιο είναι υποχρεωτική.
3. Η απόταξη επιφέρει
αυτοδίκαια και τη στέρηση του βαθμού, με τις συνέπειες που συνεπάγεται αυτή.
Όσοι αποτάσσονται, διαγράφονται από τη δύναμη της Υπηρεσίας τους από την
ημερομηνία της δημοσίευσης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως
της προβλεπόμενης πράξης περί στέρησης βαθμού.
Άρθρο 31
Αποβολή
1. Η ποινή της αποβολής
επιβάλλεται στους Αξιωματικούς, Ανθυπασπιστές, Υπαξιωματικούς Λ.Σ. και
Λιμενοφύλακες,
για τους παρακάτω λόγους:
α) Στους μόνιμους εξεφεδρείας για τους ίδιους λόγους που
επιβάλλεται στους μόνιμους εν ενεργεία η ποινή της απόταξης.
β) Στους εφέδρους της παραγράφου 2(γ) του άρθρου 72 του
ν.3079/2002 για τους λόγους που επιβάλλεται στους
μόνιμους εν ενεργεία η ποινή της απόταξης, της αργίας με προσωρινή απόλυση ή αργίας με πρόσκαιρη παύση.
γ) Στους εν εφεδρεία για τους λόγους των υποπαραγράφων 1(α) και
1(β) του προηγούμενου άρθρου.
2. Η αποβολή επιβάλλεται
κατόπιν παραπομπής στο Ανακριτικό Συμβούλιο με τη διαδικασία που επιβάλλεται
η
απόταξη στα εν ενεργεία στελέχη του Λ.Σ..
3. Η απόλυση από τις τάξεις
του Λ.Σ. των μόνιμων εξ εφεδρείας και των αναφερομένων στην παράγραφο 2(γ)
του
άρθρου 72 του ν.3079/2002, καθώς και η διαγραφή τους από τα στελέχη της εφεδρείας, συντελείται με τη δημοσίευση της σχετικής πράξης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως ή από την υπογραφή της σχετικής πράξης, στην περίπτωση που δεν προβλέπεται δημοσίευση.
4. Η αποβολή επιφέρει
αυτοδίκαια και την έκπτωση του βαθμού με τις συνέπειες που ορίζονται στις
σχετικές διατάξεις.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
Ε'
ΑΥΤΕΠΑΓΓΕΛΤΗ
ΔΙΑΘΕΣΙΜΟΤΗΤΑ
Άρθρο
32
Αυτεπάγγελτη
διαθεσιμότητα
1. Σε διαθεσιμότητα δύναται
να τίθενται με απόφαση του Αρχηγού Λ.Σ.-ΕΛ-ΑΚΤ. τα
|
[26]
|
Ομάδα Εργασίας
Π.Ο.Ε.Π.Λ.Σ. για την επεξεργασία Σχεδίου Π.Δ. «Πειθαρχικού Δίκαιου»
προσωπικού Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ.
|
στελέχη Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. όταν
ασκείται σε βάρος τους ποινική δίωξη για ποινικό αδίκημα για το οποίο
απειλείται ποινή
φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών ή διατάσσεται ή διενεργείται ΕΔΕ ή έχει υποβληθεί αρμοδίως φάκελος Ε.Δ.Ε. για πειθαρχικό παράπτωμα για το οποίο απειλείται η επιβολή καταστατικής πειθαρχικής ποινής. Η διάρκεια της διαθεσιμότητας δεν δύναται να υπερβαίνει τους δεκαοκτώ (18) μήνες. Αν πρόκειται όμως για ποινικό αδίκημα προβλεπόμενο από τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 49 του ν. 2935/2001 για το οποίο απειλείται ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών, πλην των ποινικών αδικημάτων που αναφέρονται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου, η διαθεσιμότητα δύναται να διαρκέσει μέχρι και είκοσι τέσσερις (24) μήνες. Σε κάθε περίπτωση, η διαθεσιμότητα δύναται να παύσει και πριν τη συμπλήρωση των ανωτέρω χρονικών ορίων με πράξη του οργάνου που την αποφάσισε, ή αυτοδικαίως αν εκδόθηκε αρμοδίως απόφαση επιβολής καταστατικής πειθαρχικής ποινής. Πρόκειται για δαμόκλειο σπάθη που επικρέμεται στις κεφαλές του Λ.Σ. Ανά πάσα στιγμή με διογκωμένο πραγματικό η εικατολογικό αντικείμενο μπορεί να ξεκινήσει μία ΕΔΕ και το στέλεχος να τεθεί σε διαθεσιμότητα. Από την άλλη πλευρά είναι γνωστή η ευκολία με την οποία οι Εισαγγελείς ασκούν ποινική δίωξη. Δεν τίθεται θέμα εμπιστοσύνης στο πρόσωπο του εκάστοτε Αρχηγού. Είναι ζήτημα θεσμικής θωράκισης.
Δεν παραβλέπεται το γεγονός ότι υπάρχουν περιπτώσεις, που το
στέλεχος πρέπει να τίθεται άμεσα σε διαθεσιμότητα.
Προτείνεται η λειτουργία μόνιμου σχετικού συμβουλίου στο οποίο μπορεί να συμμετέχει και στρατιωτικός δικαστής. Θα έχει εισηγητικό ρόλο για τη διαθεσιμότητα, όταν θα ερωτάται σχετικά από τον κ. Αρχηγό, ο οποίος και θ' αποφασίζει στο τέλος ανεξάρτητα.
2. Σε διαθεσιμότητα τίθενται
υποχρεωτικώς, τα στελέχη Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. για όλο το χρονικό διάστημα που εκτίουν
στερητική της ελευθερίας ποινή, ή τελούν σε προσωρινή κράτηση. Η διαθεσιμότητα δεν διακόπτεται σε περίπτωση αντικατάστασης της εκτίσεως της στερητικής της ελευθερίας ποινής ή της προσωρινής κράτησης με περιοριστικούς όρους οιασδήποτε μορφής.
3. Επίσης τίθενται
υποχρεωτικώς για χρονικό διάστημα έως και εικοσιτέσσερις (24) μήνες τα
στελέχη Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. που: ,
α) παραπέμφθηκαν ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου για κακούργημα
ή για τα αδικήματα της κλοπής του Π.Κ., υπεξαίρεσης (κοινής και στην
υπηρεσία) του Π.Κ., κλοπής και υπεξαίρεσης στρατιωτικών πραγμάτων του Σ.Π.Κ.,
απάτης του Π.Κ.,
εκβίασης του Π.Κ., πλαστογραφίας του Π.Κ., πλαστογραφίας στρατιωτικού υπολόγου του Σ.Π.Κ., εκμετάλλευσης εμπιστευμένων του Σ.Π.Κ. δωροδοκίας του Π.Κ., καταπίεσης του Π.Κ., απιστίας περί την υπηρεσία του Π.Κ., καθώς και για οποιοδήποτε έγκλημα κατά της γενετήσιας ελευθερίας ή έγκλημα οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής του Π.Κ.»,
β) με την έκδοση πράξης παραπομπής, ενώπιον Ανακριτικού και
Πειθαρχικού Συμβουλίου, σε κάθε περίπτωση.
Στις περιπτώσεις (α) και
(β) της παρούσης παραγράφου η διαθεσιμότητα στελέχους Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. λήγει,
αυτοδικαίως,
εάν το πρωτοβάθμιο ανακριτικό και πειθαρχικό συμβούλιο αποφασίσει τη μη επιβολή καταστατικής πειθαρχικής ποινής ανεξάρτητα από την άσκηση ή μη του δικαιώματος του ασκούντος την πειθαρχική |
[27]
|
Ομάδα Εργασίας
Π.Ο.Ε.Π.Λ.Σ. για την επεξεργασία Σχεδίου Π.Δ. «Πειθαρχικού Δίκαιου»
προσωπικού Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ.
|
δίωξη προς προσφυγή,
καθώς επίσης και εάν το δευτεροβάθμιο ανακριτικό και πειθαρχικό συμβούλιο
αποφασίσει τη μη
επιβολή καταστατικής πειθαρχικής ποινής.
Η παρ. 3 του άρθρου αυτού, διαπιστώνεται ότι πρόκειται για πλήρη
αντιγραφή του αντίστοιχου άρθρου του υπαλληλικού
κώδικα. Η μέχρι τώρα λειτουργία του στις ένοπλες δυνάμεις, αποδείχθηκε ανεδαφική (π.χ. Υπαξιωματικός παραπέμφθηκε αβάσιμα για μικροκλοπή σε βάρος της ερωμένης του και βρέθηκε αυτοδίκαια εκτός ενόπλων δυνάμεων για δυόμιση περίπου χρόνια, όσο δηλαδή διήρκεσε η αθώωσή του από το Αναθεωρητικό Δικαστήριο. Πρόκειται για πραγματική περίπτωση). Υπενθυμίζεται ότι το στέλεχος του Λ.Σ. πλαισιώνει την αμυντική θωράκιση της πατρίδας κατά μία μαχητική μονάδα και η αυτόματη πρόωρη απομάκρυνσή του, αποδυναμώνει την άμυνα και τον αποξενώνει από τις επαγγελματικές εμπειρίες. Πρέπει να γίνει σαφές ότι τα στελέχη του Λ.Σ. δεν είναι απλοί, ουδέτεροι δημόσιοι υπάλληλοι. Εάν αποδεχθούμε το πρώτο βήμα εξίσωσης και μάλιστα αρνητικά, σύντομα θα οδηγηθούμε και στο ίδιο μισθολόγιο. Και εδώ προτείνεται η προηγούμενη γνωμοδότηση του παραπάνω μονίμου συμβουλίου, το οποίο θα συνεκτιμά όλα τα στοιχεία του φακέλου, θα ακούει τον ενδιαφερόμενο και θα εισηγείται ανάλογα στον κ. Αρχηγό και στον κ. Υπουργό. Διαφορετικά θεσμοθετείται η δυνατότητα της ανά πάσα στιγμή εκπαραθύρωσης των στελεχών του Λ.Σ. με κατευθυνόμενες καταγγελίες, μηνύσεις και ΕΔΕ.
4. Σε περίπτωση κατά την
οποία στέλεχος Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. διατελεί σε κατάσταση διαθεσιμότητας για λόγους
που
προβλέπονται στις περιπτώσεις της δυνητικής διαθεσιμότητας και εν τω μεταξεί για την ίδια υπόθεση προκύψει λόγος που περιλαμβάνεται στις διατάξεις περί θέσεως στελέχους Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. σε υποχρεωτική διαθεσιμότητα, η διαθεσιμότητα παρατείνεται με σχετική πράξη έως τη συμπλήρωση του μέγιστου χρονικού ορίου των 24 μηνών. Εφόσον όμως συντρέχει η περίπτωση της παρ. 2 του παρόντος άρθρου, η διαθεσιμότητα παρατείνεται με σχετική πράξη για όλο το χρονικό διάστημα που το στέλεχος Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. τελεί στο καθεστώς αυτό.
5. Σε διαθεσιμότητα τίθενται
ενόψει των κριθέντων με τη δικαστική απόφαση, τα στελέχη Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. στα
οποία
επιβλήθηκε ποινή απόταξης και διαγράφηκαν από τη δύναμη του Σώματος, σε περίπτωση που η απόφαση με την οποία επιβλήθηκε η ποινή αυτή ακυρώθηκε από διοικητικό δικαστήριο. Η διαθεσιμότητα αυτή διαρκεί μέχρι να αποφανθεί για την υπόθεση το αρμόδιο Ανακριτικό και Πειθαρχικό Συμβούλιο που επιλαμβάνεται μετά την ακυρωτική απόφαση και δε δύναται να υπερβαίνει το ένα έτος από την έκδοση της σχετικής απόφασης θέσης σε διαθεσιμότητα.
6. Η θέση του στελέχους
Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. σε διαθεσιμότητα δεν κωλύει την εκ νέου θέση αυτού στην ίδια
κατάσταση για άλλο πειθαρχικό παράπτωμα ή ποινικό αδίκημα, στην περίπτωση
όμως αυτή, η νέα διαθεσιμότητα αρχίζει μετά τη λήξη της πρώτης.
7. Σε περίπτωση επιβολής
ποινής αργίας με προσωρινή απόλυση για άλλο πειθαρχικό παράπτωμα, κατά το
χρόνο που το στέλεχος Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. τελεί σε διαθεσιμότητα, διακόπτεται η
κατάσταση της διαθεσιμότητας από την έναρξη εκτίσεως της ποινής και
συνεχίζεται μετά την έκτιση αυτής. Σε περίπτωση επιβολής ποινής αργίας με
προσωρινή απόλυση για το ίδιο
πειθαρχικό |
[28]
|
Ομάδα Εργασίας Π.Ο.Ε.Π.Λ.Σ.
για την επεξεργασία Σχεδίου Π.Δ. «Πειθαρχικού Δίκαιου» προσωπικού
Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ.
|
παράπτωμα, ο χρόνος της
διαθεσιμότητας λογίζεται ως χρόνος έκτισης της ποινής αυτής.
8.
Οι διατελούντες σε κατάσταση διαθεσιμότητας:
α) Δεν εκτελούν υπηρεσία από την επίδοση σε αυτούς της σχετικής
απόφασης, αλλά υποχρεούνται, εφόσον κλητεύονται, να εμφανίζονται για εξέταση
ενώπιον των αρμοδίων δικαστικών και ανακριτικών αρχών.
β) Δεν επιτρέπεται να
φέρουν τη στολή.
γ) Υπόκεινται στις διατάξεις περί πειθαρχίας, οι οποίες ισχύουν
για τα ευρισκόμενα σε ενεργό υπηρεσία στελέχη Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ.
δ) Παραδίδουν τον ατομικό τους οπλισμό, το υπηρεσιακό δελτίο
ταυτότητας, οπότε εφοδιάζονται με σχετική βεβαίωση της Υπηρεσίας που φέρει
φωτογραφία τους με πολιτική περιβολή και τα στοιχεία της ταυτότητας τους,
καθώς και τους
εξοπλισμούς που έχουν χρεωθεί υπηρεσιακά.
ε) Με εξαίρεση τους προσωρινά κρατούμενους και τους
φυλακισμένους, υποχρεούνται να διαμένουν όπου ορίσει ο
Αρχηγός Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ.. Αυτοί τελούν υπό την εποπτεία του άμεσα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας ή Λιμενικής Αρχής, καθώς και του Ανώτερου Διοικητή Φρουράς του τόπου ή της περιφέρειας όπου διαμένουν, στους οποίους οφείλουν να εμφανίζονται ανά δεκαπέντε ημέρες. Για ολόκληρο το χρονικό διάστημα που στέλεχος Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. τελεί σε κατάσταση διαθεσιμότητας, αυτό υπάγεται οργανικώς στη Διεύθυνση Προσωπικού Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ.
9. Οι επανερχόμενοι από
αιχμαλωσία τίθενται σε αυτεπάγγελτη διαθεσιμότητα από την ημέρα παρουσίασης
τους σε
Ελληνική Στρατιωτική, Αστυνομική ή Λιμενική Αρχή, μέχρι να καθορισθεί η ευθύνη τους με δικαστική απόφαση ή γνωμοδότηση Ανακριτικού Συμβουλίου, ενώπιον του οποίου σε κάθε περίπτωση παραπέμπονται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις. Αν δεν κριθούν υπεύθυνοι από το Ανακριτικό και Πειθαρχικό Συμβούλιο, επανέρχονται στην ενεργό υπηρεσία, ο δε χρόνος αιχμαλωσίας λογίζεται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας.
10. Ο χρόνος της
διαθεσιμότητας που διανύθηκε για πειθαρχικό παράπτωμα για το
οποίο επακολούθησε η επιβολή της ποινής της αργίας με προσωρινή
απόλυση ή της απόταξης και εκείνος που διανύθηκε
λόγω έκτισης στερητικής της ελευθερίας ποινής ή προσωρινής κράτησης, δε θεωρείται χρόνος
πραγματικής υπηρεσίας. Αν επιβλήθηκε κατώτερη πειθαρχική ποινή,
ή δεν επιβλήθηκε ποινή, ο χρόνος
της διαθεσιμότητας λογίζεται
ως χρόνος
πραγματικής υπηρεσίας και
αίρονται οι συνέπειες αυτής.
11. Όσοι διατελούν σε
αυτεπάγγελτη διαθεσιμότητα, μετά τη λήξη της επανέρχονται αυτοδίκαια στην
προηγούμενη
κατάσταση, χωρίς άλλη διατύπωση. Εφόσον επανέρχονται στην ενεργό υπηρεσία, υποχρεούνται να παρουσιασθούν αμέσως στη Διεύθυνση Προσωπικού Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ.
12. Οι ευρισκόμενοι σε
κατάσταση αυτεπάγγελτης διαθεσιμότητας λαμβάνουν το εξήντα τοις εκατό του
συνόλου των
αποδοχών τους, οι δε προσωρινά κρατούμενοι και φυλακισμένοι το πενήντα τοις εκατό. |
[29]
|
Ομάδα Εργασίας
Π.Ο.Ε.Π.Λ.Σ. για την επεξεργασία Σχεδίου Π.Δ. «Πειθαρχικού Δίκαιου»
προσωπικού Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ.
|
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ'
ΑΝΑΚΡΙΤΙΚΑ ΚΑΙ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΑ ΣΥΜΒΟΥΛΙΑ ΛΙΜΕΝΙΚΟΥ
ΣΩΜΑΤΟΣ -ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ
ΑΚΤΟΦΥΛΑΚΗΣ
Άρθρο
33 'Εννοια
Ανακριτικά και Πειθαρχικά Συμβούλια Λιμενικού Σώματος- Ελληνικής
Ακτοφυλακής (Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ.) είναι τα πολυμελή διοικητικά όργανα στα οποία
εγκαλούνται και παραπέμπονται στελέχη του ΛΣ-ΕΛ.ΑΚΤ., στο πλαίσιο εις βάρος
τους άσκησης καταστατικής πειθαρχικής δίωξης, προκειμένου να αποφασίσουν για
την επιβολή ή μη καταστατικής ποινής ή την άσκηση συνήθους πειθαρχικού
ελέγχου.
Άρθρο 34
Συγκρότηση συνθέσεων Ανακριτικών και
Πειθαρχικών Συμβουλίων
1.
Με απόφαση του
Υπουργού Ναυτιλίας και Αιγαίου ή του αρμόδιου κλιμακίου της στρατιωτικής
ιεραρχίας,
στο οποίο έχει μεταβιβασθεί η σχετική αρμοδιότητα, μη δημοσιευομένης της απόφασης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, συγκροτούνται, κατά μήνα Μάιο κάθε έτους οι συνθέσεις των πρωτοβάθμιων και δευτεροβάθμιων Ανακριτικών και Πειθαρχικών Συμβουλίων, με θητεία ενός έτους, αποτελούμενα έκαστο από τρεις εν ενεργεία Αξιωματικούς του Λ.Σ., με Πρόεδρο τον ανώτερο κατά βαθμό ή αρχαιότερο και πάρεδρα μέλη του υπόλοιπους.
Εκάστη σύνθεση συμπληρώνεται και από έναν Υπαξιωματικό
Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ., εκτελούντος χρέη γραμματέα άνευ δικαιώματος ψήφου, ο οποίος
προσλαμβάνεται από το εκάστοτε Συμβούλιο, πριν την έναρξη της ακροαματικής
διαδικασίας, κατόπιν
σχετικής προτάσεως του εισηγητού του Συμβουλίου και με τη σύμφωνη γνώμη του Προέδρου και του ετέρου παρέδρου μέλους. Η πράξη πρόσληψης του γραμματέως αναγράφεται επί ποινή ακυρότητος στο πρακτικό και την απόφαση του Συμβουλίου. Ο εκάστοτε προσλαμβανόμενος γραμματέας δεν φέρει την ιδιότητα του μέλους.
2.
Εισηγητής του Συμβουλίου είναι ο κατά βαθμό κατώτερος ή ο
νεότερος Αξιωματικός Λ.Σ.
3. Για την αναπλήρωση του
Προέδρου και των τακτικών παρέδρων μελών σε περίπτωση απουσίας ή νόμιμου
κωλύματος, ορίζονται με την απόφαση της παραγράφου 1 ισάριθμα ή περισσότερα
αναπληρωματικά μέλη, όπου η αναπλήρωση αυτή είναι δυνατή. Η αναπλήρωση του
γραμματέα λαμβάνει χώρα με τον ίδιο τρόπο που γίνεται και η πρόσληψη αυτού
από το
Συμβούλιο.
Άρθρο 35
Βαθμίδες Ανακριτικών και Πειθαρχικών
Συμβουλίων
1. α) Το Συμβούλιο το οποίο
αποφασίζει σε πρώτο βαθμό ονομάζεται Πρωτοβάθμιο Ανακριτικό και Πειθαρχικό
Συμβούλιο ΛΣ-ΕΛ.ΑΚΤ.
β) Το Συμβούλιο που αποφασίζει κατόπιν προσφυγής κατά απόφασης
Πρωτοβάθμιου Ανακριτικού και Πειθαρχικού
Συμβουλίου ονομάζεται Δευτεροβάθμιο Ανακριτικό Πειθαρχικό Συμβούλιο ΛΣ-ΕΛ.ΑΚΤ. |
[30]
|
Ομάδα Εργασίας
Π.Ο.Ε.Π.Λ.Σ. για την επεξεργασία Σχεδίου Π.Δ. «Πειθαρχικού Δίκαιου»
προσωπικού Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ.
|
|
α) Τα πειθαρχικά συμβούλια να συγκροτούνται με κλήρωση των μελών.
Λεπτομέρειες να καθοριστούν με σχετική διαταγή.
β) Τα πειθαρχικά συμβούλια
να γίνουν σε επίπεδο Περιφερειακών Διοικήσεων και Κεντρικής Υπηρεσίας με
εκπροσώπηση των συνδικαλιστικών οργάνων. Ομοίως να υπάρχει εκπροσώπηση και
στα Ανακριτικά Συμβούλια.
2. Αναλόγως του βαθμού του
εγκαλούμενου προσωπικού ΛΣ-ΕΛ.ΑΚΤ. οι βαθμίδες των Ανακριτικών Πειθαρχικών
Συμβουλίων ΛΣ-ΕΛ.ΑΚΤ. είναι οι ακόλουθες:
α) Όταν παραπέμπεται ο Αρχηγός ΛΣ-ΕΛ.ΑΚΤ. ή Αντιναύαρχος
ΛΣ-ΕΛ.ΑΚΤ. επιλαμβάνεται το Συμβούλιο Αρχηγών
Γενικών Επιτελείων (ΣΑΓΕ), συμπληρούμενο με τον Πρόεδρο του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου ή τον αναπληρωτή αυτού. Η παραπομπή διενεργείται από τον ασκούντα την πειθαρχική δίωξη. Το ΣΑΓΕ τηρεί την ενώπιον του Δευτεροβαθμίου Ανακριτικού και Πειθαρχικού Συμβουλίου διαδικασία, χωρίς να δεσμεύεται από τις προθεσμίες που τάσσουν οι διατάξεις του παρόντος και αποφασίζει σε πρώτο και τελευταίο βαθμό.
β) Όταν παραπέμπεται
Υποναύαρχος ΛΣ-ΕΛ.ΑΚΤ. επιλαμβάνεται σε πρώτο και τελευταίο βαθμό Ανακριτικό
και Πειθαρχικό Συμβούλιο το οποίο αποτελείται από:
α) τον Αρχηγό Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ, ως Πρόεδρο
β) τον Α' και τον Β' Υπαρχηγό Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ ως μέλη
γ) Όταν παραπέμπεται Αρχιπλοίαρχος ή Πλοίαρχος ΛΣ-ΕΛ.ΑΚΤ.:
(α) Το Πρωτοβάθμιο Συμβούλιο αποτελείται από:
αα. Έναν Υποναύαρχο ΛΣ-ΕΛ.ΑΚΤ., ως Πρόεδρο,
ββ. Δύο Υποναυάρχους ΛΣ-ΕΛ.ΑΚΤ., ως μέλη, νεώτερους του
Προέδρου.
(β) Το Δευτεροβάθμιο
Συμβούλιο αποτελείται από: αα. Το νεώτερο Αντιναύαρχο ΛΣ-ΕΛ.ΑΚΤ., ως Πρόεδρο,
ββ. Δύο Υποναυάρχους ΛΣ-ΕΛ.ΑΚΤ., ως μέλη αρχαιότερους του
Προέδρου του Πρωτοβάθμιου Ανακριτικού Συμβουλίου.
δ) Όταν παραπέμπεται
Αξιωματικός ΛΣ (πλην Αρχιπλοιάρχων και Πλοιάρχων ΛΣ- ΕΛ.ΑΚΤ.,)
(α) Το Πρωτοβάθμιο Συμβούλιο αποτελείται από: αα. Έναν
Αρχιπλοίαρχο ΛΣ-ΕΛ.ΑΚΤ., ως Πρόεδρο, ββ. Δύο Πλοιάρχους ΛΣ-ΕΛ.ΑΚΤ., ως μέλη.
(β) Το Δευτεροβάθμιο Συμβούλιο αποτελείται από: αα. Έναν
Υποναύαρχο ΛΣ-ΕΛ.ΑΚΤ., ως Πρόεδρο,
ββ. Δύο Αρχιπλοιάρχους
ΛΣ-ΕΛ.ΑΚΤ., ως μέλη, αρχαιότερους του Προέδρου του Πρωτοβάθμιου Ανακριτικού
Συμβουλίου.
|
[31]
|
Ομάδα Εργασίας
Π.Ο.Ε.Π.Λ.Σ. για την επεξεργασία Σχεδίου Π.Δ. «Πειθαρχικού Δίκαιου»
προσωπικού Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ.
|
ε) Όταν παραπέμπεται λοιπό προσωπικό ΛΣ-ΕΛ.ΑΚΤ.:
(α) Το Πρωτοβάθμιο Συμβούλιο αποτελείται από: αα. Έναν
Αντιπλοίαρχο ΛΣ-ΕΛ.ΑΚΤ., ως Πρόεδρο. ββ. Δύο Πλωτάρχες ΛΣ-ΕΛ.ΑΚΤ., ως μέλη.
(β) Το Δευτεροβάθμιο
Συμβούλιο αποτελείται από: αα. Έναν Πλοίαρχο ΛΣ-ΕΛ.ΑΚΤ., ως Πρόεδρο.
ββ. Δύο Αντιπλοιάρχους ΛΣ-ΕΛ.ΑΚΤ., ως μέλη, αρχαιότερους του
Προέδρου του Πρωτοβάθμιου Ανακριτικού Συμβουλίου.
3. Σε εξαιρετικές
περιπτώσεις, μπορεί να συγκροτούνται για το ίδιο έτος πλείονα του ενός
πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια Ανακριτικά και Πειθαρχικά Συμβούλια, πλην
εκείνων που αφορούν τους Ανώτατους Αξιωματικούς και Πλοιάρχους
Λ.Σ.- ΕΛ.ΑΚΤ., μετά από πρόταση της Διεύθυνσης Προσωπικού Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ.. Στην περίπτωση αυτή οι υποθέσεις παραπέμπονται κατά προτεραιότητα, με κριτήριο το χρόνο παραγραφής, το χρόνο λήξης επιβληθείσας αυτεπάγγελτης διαθεσιμότητας, καθώς και επικείμενη αποστρατεία του εγκαλουμένου λόγω συμπλήρωσης συντάξιμης υπηρεσίας.
4. Στην περίπτωση που είναι
αδύνατη η νόμιμη συγκρότηση κάποιου εκ των ανωτέρων Συμβουλίων, λαμβάνοντας
υπόψιν
και τις διατάξεις του άρθρου 36 του παρόντος, επιτρέπεται η συγκρότηση αυτών με Αξιωματικούς Π.Ν. αντίστοιχου βαθμού και αρχαιότητας προς τους Αξιωματικούς Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ., για τους οποίους υφίσταται αδυναμία προς ορισμό αυτών ως μελών σε συνθέσεις Ανακριτικών και Πειθαρχικών Συμβουλίων Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ.
5. Εάν με την ίδια διαταγή
παραπέμπονται στελέχη του ΛΣ-ΕΛ.ΑΚΤ. διαφορετικού βαθμού και αρμόδια είναι
διαφορετικής βαθμίδας Συμβούλια, τότε αρμόδιο Συμβούλιο είναι εκείνο στο
οποίο υπάγεται ο ανώτερος των παραπεμπομένων. Το προηγούμενο εδάφιο δεν
εφαρμόζεται στην περίπτωση που ανώτερος κατά βαθμό παραπεμπόμενος ενώπιον
Ανακριτικών και Πειθαρχικών Συμβουλίων Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. είναι Αντιναύαρχος ή
Υποναύαρχος Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ., οπότε παραπέμπεται
χωριστά στο αρμόδιο για το βαθμό του Συμβούλιο, ενώ τα υπόλοιπα διαφορετικού βαθμού στελέχη Λ.Σ-ΕΛ.ΑΚΤ. που υπάγονται σε διαφορετικής βαθμίδας Συμβούλια, δύνανται να παραπεμφθούν με την ίδια διαταγή στο Συμβούλιο εκείνο, στο οποίο υπάγεται ο ανώτερος των παραπεμπομένων.
Άρθρο 36
Προσόντα Προέδρου και Μελών - Εξαιρέσεις
1. Ο Πρόεδρος και τα μέλη
των Ανακριτικών και Πειθαρχικών Συμβουλίων ΛΣ- ΕΛ.ΑΚΤ. πρέπει:
α) Να μην έχουν τιμωρηθεί
με καταστατική ποινή.
β) Να μην διώκονται
ποινικά και να μην έχουν καταδικασθεί πρωτόδικα ή τελεσίδικα για κάποιο από
τα εγκλήματα που αναφέρονται στο εδάφιο (γ) της παραγράφου 2 του άρθρου 74
του Κώδικα Προσωπικού Λ.Σ. (Ν. 3079/2002).
|
[32]
|
Ομάδα Εργασίας Π.Ο.Ε.Π.Λ.Σ.
για την επεξεργασία Σχεδίου Π.Δ. «Πειθαρχικού Δίκαιου» προσωπικού
Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ.
|
γ) Να μην έχουν κριθεί
δυσμενώς κατά την τελευταία τους κρίση.
2. Απαγορεύεται Αξιωματικός
ΛΣ να συμμετέχει για την ίδια υπόθεση στην σύνθεση του Πρωτοβάθμιου και του
Δευτεροβάθμιου Ανακριτικού και Πειθαρχικού Συμβουλίου Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ.:
3. Απαγορεύεται Αξιωματικός
ΛΣ να συμμετέχει στη σύνθεση των Ανακριτικών Συμβουλίων αν:
α) Είναι συγγενής του παραπεμπομένου σε ανιόντα ή κατιόντα βαθμό
ή εκ πλαγίου μέχρι και τον τέταρτο βαθμό ή εξ αγχιστείας μέχρι και το δεύτερο
βαθμό.
β) Έχει ιδιαίτερη φιλία ή
έχθρα με τον παραπεμπόμενο.
γ) Κατήγγειλε την κρινόμενη πράξη ή υπέβαλε την αρχική αναφορά
για την παραπομπή του εγκαλουμένου στο Συμβούλιο.
δ) Ενήργησε ανάκριση ή
διοικητική εξέταση της υποθέσεως.
ε) Εξετάστηκε ως μάρτυρας ή προτείνεται ως μάρτυρας ενώπιον του
Συμβουλίου στην κρινόμενη υπόθεση.
4. Τα κωλύματα της
παραγράφου 3 ισχύουν και για το στέλεχος Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ, που προσλαμβάνεται ως
γραμματέας του Συμβουλίου, χωρίς ψήφο.
Άρθρο 37
Διαδικασία παραπομπής σε Ανακριτικό και
Πειθαρχικό Συμβούλιο
1. Η παραπομπή του
προσωπικού ΛΣ-ΕΛ.ΑΚΤ., ενώπιον των Ανακριτικών και Πειθαρχικών Συμβουλίων
ΛΣ.-ΕΛ.ΑΚΤ. ασκείται από τον Υπουργό Ναυτιλίας και Αιγαίου, ο οποίος μπορεί
με απόφασή του να μεταβιβάζει τις αρμοδιότητες αυτές στα κλιμάκια της
στρατιωτικής ιεραρχίας, κατόπιν:
α) Ολοκλήρωσης διενέργειας Ένορκης Διοικητικής Εξέτασης, σύμφωνα
με τον εκάστοτε ισχύοντα Κανονισμό.
β) Έκδοσης δικαστικής απόφασης ή βουλεύματος ή υποβολής
αιτιολογημένης αναφοράς της προϊσταμένης του προσωπικού Υπηρεσίας, από τις
οποίες προκύπτει η διάπραξη παραπτωμάτων που σύμφωνα με τις εκάστοτε
ισχύουσες διατάξεις επισύρουν την επιβολή καταστατικών ποινών.
2. Ο ασκών την πειθαρχική
δίωξη, αφού λάβει τα παραπάνω έγγραφα μαζί με τον ατομικό φάκελο και
αντίγραφο φύλλου μητρώου του/των παραπεμπομένου/ων, αρμοδίως, από τη
Διεύθυνση Προσωπικού Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ., εκτιμά τα περιστατικά και εντός δύο μηνών
από την παραλαβή τους, το αργότερο:
α) Θέτει την υπόθεση στο
αρχείο, όταν κρίνει ότι δεν υπάρχει παράπτωμα.
β) Διατάσσει την κίνηση συνήθους πειθαρχικού ελέγχου, αρμοδίως,
όταν κρίνει ότι για τα διαλαμβανόμενα φερόμενα ως διαπραχθέντα παραπτώματα,
δεν επισύρεται καταστατική πειθαρχική ποινή.
γ) Παραπέμπει το στέλεχος
ΛΣ.-ΕΛ.ΑΚΤ. ενώπιον του αρμοδίου Ανακριτικού και Πειθαρχικού Συμβουλίου με το
ανάλογο ερώτημα ή τα ανάλογα ερωτήματα, όταν κρίνει ότι το παράπτωμα είναι
βαρύτερο και επισύρει την επιβολή καταστατικής πειθαρχικής ποινής.
|
[33]
|
Ομάδα Εργασίας
Π.Ο.Ε.Π.Λ.Σ. για την επεξεργασία Σχεδίου Π.Δ. «Πειθαρχικού Δίκαιου»
προσωπικού Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ.
|
Ο ασκών την πειθαρχική δίωξη επιστρέφει στη Διεύθυνση Προσωπικού
τα υποβληθέντα σε αυτόν, ως ανωτέρω, σχετικά
έγγραφα, δια διαβιβαστικού εγγράφου, επί του οποίου αναγράφεται σαφώς η διαταγή του επί της τεθείσης υπόψιν του υποθέσεως.
Στην περίπτωση που ο ασκών την πειθαρχική δίωξη έθεσε την
υπόθεση στο αρχείο ή διέταξε συνήθη πειθαρχικό έλεγχο, είναι δυνατόν για μία
και μοναδική φορά και πάντοτε εντός του χρόνου της πειθαρχικής παραγραφής και
μόνο κατόπιν ανακύψεως καινοφανών στοιχείων, μέσω νέας Ε.Δ.Ε. ή και
τελεσίδικης απόφασης ποινικού διαστηρίου ή βουλεύματος,, να
επανυποβληθεί, αρμοδίως από τη Διεύθυνση Προσωπικού Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ., ο φάκελος της υποθέσεως, μαζί με τον ατομικό φάκελο και το Α.Φ.Μ. εκάστου εγκαλουμένου για κρίση περί του αν απαιτείται η κίνηση καταστατικού πειθαρχικού ελέγχου.
3. Η καταστατική ποινή της
αποβολής επιβάλλεται επίσης στο προσωπικό ΛΣ.- ΕΛ.ΑΚΤ. κατόπιν παραπομπής του
στο Ανακριτικό και Πειθαρχικό Συμβούλιο, σύμφωνα με το άρθρο 32.
Άρθρο 38
Πράξη παραπομπής στο Πρωτοβάθμιο Ανακριτικό
και Πειθαρχικό Συμβούλιο
1. Ο ασκών την πειθαρχική
δίωξη παραπέμπει τον εγκαλούμενο στο Πρωτοβάθμιο Ανακριτικό Πειθαρχικό
Συμβούλιο και:
α) Ορίζει τον τόπο και την προθεσμία μέσα στην οποία θα πρέπει
να συνεδριάσει το Συμβούλιο, μνημονεύοντας
υποχρεωτικά στην παραπεμπτήριο διαταγή τα τακτικά και αναπληρωματικά μέλη του οικείου Ανακριτικού Πειθαρχικού Συμβουλίου, κατά το χρόνο εκδόσεώς της.
Η προθεσμία αυτή ορίζεται αρχικά σε σαράντα πέντε ημέρες,
αρχόμενη από την ημερομηνία παραλαβής του φακέλου από τον Πρόεδρο του
Συμβουλίου.
Κατόπιν όμως αιτιολογημένης αναφοράς του Προέδρου, προς τον
ασκούντα την πειθαρχική δίωξη, μέσω της Διεύθυνσης Προσωπικού Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ,
δύναται να παραταθεί η ανωτέρω προθεσμία, με διαταγή του ασκούντος την
πειθαρχική δίωξη, λαμβάνοντας υπόψιν το χρόνο παραγραφής του πειθαρχικού
παραπτώματος.
β) Θέτει το ερώτημα ή τα ερωτήματα επί των οποίων οφείλει να
αποφασίσει το Συμβούλιο. Πρέπει να τίθενται πάντοτε στα πειθαρχικά συμβούλια
περισσότερα από ένα ερωτήματα και μάλιστα τόσα όσα αντιστοιχούν στις
καταστατικές ποινές
Διαφορετικά το εκάστοτε πειθαρχικό συμβούλιο βρίσκεται σε εξαιρετικά δυσχερή θέση όταν δεν έχει ευρύτερο πεδίο διάκρισης και επιβολής κατώτερης ποινής, όντας υποχρεωμένο ν' απαντήσει κατά κανόνα μόνο σε ένα ερώτημα και μάλιστα αυτό της απόταξης.
γ) Παραδίδει, αρμοδίως, μέσω της Διεύθυνσης Προσωπικού
ΛΣ-ΕΛ.ΑΚΤ., με αποδεικτικό επίδοσης στον Πρόεδρο του
Συμβουλίου αντίγραφα της διαταγής παραπομπής του εγκαλουμένου, μαζί με το φάκελο της υποθέσεως, τον ατομικό φάκελο, το φύλλο μητρώου και γενικά κάθε διαφωτιστικό έγγραφο ή στοιχείο.
δ) Κοινοποιεί, αρμοδίως,
μέσω της Διεύθυνσης Προσωπικού ΛΣ-ΕΛ.ΑΚΤ., αντίγραφο της διαταγής παραπομπής
σε όλα
τα μέλη του Συμβουλίου, τακτικά και |
[34]
|
Ομάδα Εργασίας Π.Ο.Ε.Π.Λ.Σ.
για την επεξεργασία Σχεδίου Π.Δ. «Πειθαρχικού Δίκαιου» προσωπικού
Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ.
|
αναπληρωματικά, τα οποία αναφέρουν αμέσως στον Πρόεδρο εγγράφως,
τη λήψη της διαταγής.
2. Η πράξη της παραπομπής σε
Ανακριτικό και Πειθαρχικό Συμβούλιο ΛΣ-ΕΛ.ΑΚΤ., οι αποφάσεις του και η τελική
απόφαση του ασκούντος την πειθαρχική δίωξη καταχωρούνται στον ατομικό φάκελο και τη μερίδα του παραπεμπομένου στελέχους.
3. Η διαταγή παραπομπής
στελέχους ΛΣ-ΕΛ.ΑΚΤ σε Ανακριτικό και Πειθαρχικό Συμβούλιο ανακαλείται σε
περίπτωση
θανάτου αυτού, οπότε παύει οριστικά η ασκηθείσα πειθαρχική δίωξη ή σε περίπτωση που διαπιστωθεί ότι δεν τηρήθηκαν οι προβλεπόμενες από την ισχύουσα νομοθεσία διατάξεις παραπομπής.
4. Σε περίπτωση απόφασης
Ανακριτικού και Πειθαρχικού Συμβουλίου ΛΣ-ΕΛ.ΑΚΤ περί μη επιβολής
καταστατικής
πειθαρχικής ποινής, εις βάρος του/των παραπεμπομένου/ων, αλλά υπέρ της άσκησης συνήθους πειθαρχικού ελέγχου, ο Πρόεδρος του Συμβουλίου αποστέλλει αμελλητί τον πλήρη φάκελο της υποθέσεως με την απόφαση σε τρία αντίγραφα με πρωτότυπες υπογραφές, προς τη Διεύθυνση Προσωπικού Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ., προκειμένου αυτή διαβιβάσει τα ανωτέρω στο αρμόδιο κλιμάκιο της στρατιωτικής Ιεραρχίας προς άσκηση συνήθους πειθαρχικού ελέγχου.
5.
α) Η αποστρατεία δεν κωλύει
την πειθαρχική δίωξη αυτού που έχει παραπεμφθεί ενώπιον Ανακριτικού και
Πειθαρχικού Συμβουλίου ΛΣ.-ΕΛ.ΑΚΤ.
β) Αν αυτός που αποστρατεύθηκε είχε παραπεμφθεί με το ερώτημα
της απόταξης και η απόφαση του Ανακριτικού
και Πειθαρχικού Συμβουλίου είναι θετική, υπέρ αυτού του ερωτήματος, το Συμβούλιο επιβάλλει στον παραπεμπόμενο την ποινή της αποβολής.
γ) Στις λοιπές περιπτώσεις η απόφαση του Ανακριτικού και
Πειθαρχικού Συμβουλίου και κάθε συνακόλουθη διοικητική
πράξη καταχωρίζονται απλώς στα τηρούμενα στη Διεύθυνση Προσωπικού ΛΣ-ΕΛ.ΑΚΤ. μητρώα και ατομικά έγγραφα αυτών που αποστρατεύθηκαν.
Άρθρο 39
Σύγκληση Ανακριτικού και Πειθαρχικού
Συμβουλίου -Ενέργειες Προδικασίας
1. Ο Πρόεδρος του Συμβουλίου
αμέσως μόλις λάβει την διαταγή παραπομπής στελέχους ΛΣ-ΕΛ.ΑΚΤ. μαζί με τα
λοιπά έγγραφα που αναφέρονται στο άρθρο 38, προβαίνει εγγράφως στις παρακάτω ενέργειες:
α) Παραγγέλλει την
επίδοση της σχετικής διαταγής παραπομπής στον εγκαλούμενο.
β) Καλεί τον παραπεμπόΟμενο όπως, εντός πέντε ημερών από την
επίδοση της διαταγής παραπομπής, όπως προτείνει
με έγγραφη αναφορά απευθείας προς τον Πρόεδρο όσους μάρτυρες υπερασπίσεως θεωρεί αναγκαίους δηλώνοντας τον αριθμό, την διεύθυνση κατοικίας και αριθμό τηλεφώνου τους, καθώς και το θέμα στο οποίο θα εξετασθεί ο καθένας.
γ) Κλητεύει τους
προταθέντες από τον παραπεμπόμενο μάρτυρες και αυτεπαγγέλτως τους μάρτυρες
που θεωρεί αναγκαίους.
δ) Συγκαλεί το Συμβούλιο για να συνεδριάσει σε ορισμένο χρόνο,
τόπο και χώρο, αφού λάβει τα αποδεικτικά επιδόσεως ή τις εκθέσεις
θυροκολλήσεως.
|
[35]
|
Ομάδα Εργασίας
Π.Ο.Ε.Π.Λ.Σ. για την επεξεργασία Σχεδίου Π.Δ. «Πειθαρχικού Δίκαιου»
προσωπικού Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ.
|
ε) Κλητεύει επίσης τον παραπεμπόμενο προ τριών τουλάχιστον
εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία συνεδρίασης του Συμβουλίου, επί ποινή
ακυρότητας της διαδικασίας, όπως προσέλθει στη συνεδρίαση για να απολογηθεί.
Σε αυτό το χρονικό διάστημα δεν υπολογίζεται η ημέρα που έλαβε γνώση της
κλήσεως ο παραπεμπόμενος, καθώς και η ημέρα συγκλήσεως του Συμβουλίου.
Η έκθεση ένορκης εξέτασης του εγκαλουμένου κατά το στάδιο της
Ένορκης Διοικητικής Εξέτασης δεν αναγιγνώσκεται, ούτε λαμβάνεται υπόψιν σε
κανένα στάδιο της διαδικασίας, ενώπιον του Συμβουλίου.
2. Εάν ο εγκαλούμενος
κωλύεται να παρουσιασθεί στο Συμβούλιο, εξαιτίας ασθένειας, που βεβαιώνεται
με Ιατρική
γνωμάτευση από Κρατικό Νοσοκομείο ή Κέντρο Υγείας, ή λόγω ανωτέρας βίας, ενημερώνει έγκαιρα με οποιοδήποτε πρόσφορο μέσο (τηλεγράφημα, τηλεομοιοτύπημα, άγγελο, πληρεξούσιο δικηγόρο) με ευθύνη του το Συμβούλιο. Ο Πρόεδρος ορίζει νέα ημερομηνία σύγκλησης, σύμφωνα με τα παραπάνω. Σε περίπτωση που ο εγκαλούμενος εκ νέου δεν παρουσιασθεί για να απολογηθεί η διαδικασία διεξάγεται κανονικά. Αν ο Πρόεδρος κρίνει ότι ο εγκαλούμενος δεν μπορεί να απολογηθεί, για τους παραπάνω λόγους, τότε ζητά εγγράφως να ληφθεί η απολογία του μέσω της αρμόδιας Λιμενικής ή Αστυνομικής Αρχής. Απολογία από το συνήγορο του εγκαλουμένου απαγορεύεται. Επιτρέπεται στο συνήγορο του εγκαλουμένου, όπως καταθέτει εγγράφους αυτοτελείς ισχυρισμούς, ενώπιον του Συμβουλίου, οι οποίοι δεν υποκαθιστούν την έλλειψη απολογίας του εγκαλουμένου.
3. Εάν οι προταθέντες από τον
εγκαλούμενο μάρτυρες διαμένουν μακριά από την έδρα του Συμβουλίου και από τη
μελέτη της δικογραφίας ή από την αναφορά του εγκαλουμένου ο Πρόεδρος κρίνει ότι οι καταθέσεις τους είναι ουσιώδεις και είναι αδύνατη η μόρφωση γνώμης από άλλα στοιχεία, εφαρμόζει τα καθοριζόμενα στην παράγραφο 4 του άρθρου 44, ζητώντας την κατά παραγγελία ένορκη εξέτασή τους από τις αρμόδιες Λιμενικές ή Αστυνομικές Αρχές.
4. Ο παραπεμπόμενος
δικαιούται όπως εμφανίσει, με δικά του έξοδα, και άλλους μάρτυρες, πέραν των
αρχικά
προταθέντων, κατά την διαδικασία ενώπιον του Συμβουλίου, οι οποίοι δεν μπορεί να υπερβαίνουν τους πέντε.
Εφόσον ως μάρτυρες κλητεύονται στελέχη ΛΣ τότε από τη Διεύθυνση
Προσωπικού ΛΣ-ΕΛ.ΑΚΤ. εγκρίνεται σχετική άδεια μετακίνησής των, κατόπιν
αναφοράς των Υπηρεσιών τους, και για χρονικό διάστημα που κρίνεται αναγκαίο
για να
παρευρεθούν στη διαδικασία του Συμβουλίου.
5. Ο Πρόεδρος δύναται να
ζητήσει οποιοδήποτε έγγραφο ή στοιχείο, εφόσον κρίνει ότι αυτό θα συμβάλει
στην πληρέστερη μόρφωση γνώμης επί της κρινομένης υποθέσεως.
6. Οι κλήσεις των στελεχών
του ΛΣ επιδίδονται μέσω των Υπηρεσιών που υπηρετούν και των λοιπών μαρτύρων
μέσω των οικείων Αστυνομικών Αρχών.
7. Οι επιδόσεις των
δικογράφων γίνονται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας
(ΚΠΔ).
8. Με έγγραφη διαταγή του
Διευθυντή Προσωπικού, κατόπιν αιτήματος του Προέδρου του Συμβουλίου, είναι
δυνατόν να συγκροτείται ομάδα γραμματειακής
|
[36]
|
Ομάδα Εργασίας
Π.Ο.Ε.Π.Λ.Σ. για την επεξεργασία Σχεδίου Π.Δ. «Πειθαρχικού Δίκαιου»
προσωπικού Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ.
|
υποστήριξης, από
Υπαξιωματικούς Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. ή Λιμενοφύλακες, το οποίο συνδράμει τον Πρόεδρο
στις ενέργειες της προδικασίας. Ο προϊστάμενος βαθμοφόρος συνυπογράφει όλες
τις περιγραφόμενες στο παρόν άρθρο έγγραφες πράξεις του Προέδρου του
Συμβουλίου, ενεργών ως γραμματέας.
Άρθρο 40
Συνεδρίαση Ανακριτικών και Πειθαρχικών
Συμβουλίων. Διαδικασία Εξαιρέσεως
1. Τα Συμβούλια
συγκροτούνται σε σώμα από τον Πρόεδρο και τα τακτικά μέλη και συνεδριάζουν
στο χρόνο που
καθορίζεται από τον Πρόεδρο, στον τόπο και το χώρο που έχει καθορισθεί από την παραπεμπτική διαταγή.
2. Σε περίπτωση απουσίας ή
κωλύματος τακτικών παρέδρων μελών ο Πρόεδρος καλεί τα αναπληρωματικά κατά τη
σειρά αναγραφής τους στη διαταγή συγκροτήσεως των Συμβουλίων.
3. Ο παραπεμπόμενος δύναται
μετά την έναρξη της συνεδριάσεως και μέχρι την έναρξη της πειθαρχικής
διαδικασίας,
επί ποινή απαραδέκτου της διαδικασίας, να υποβάλει εγγράφως στον Πρόεδρο αίτηση εξαίρεσης του ιδίου ή και μελών του Συμβουλίου, εφόσον συντρέχει κάποια από τις προϋποθέσεις του άρθρου 36, αναφέροντας συγχρόνως τους λόγους και τα αποδεικτικά στοιχεία.
4. Ο Πρόεδρος διαβιβάζει την
αίτηση εξαιρέσεως στα μέλη που τα αφορά για να αναφέρουν εγγράφως σχετικά με
τους
λόγους εξαίρεσης που επικαλείται ο εγκαλούμενος, ή αν η αίτηση εξαίρεσης αφορά τον ίδιο τότε ο Πρόεδρος εγγράφως ενημερώνει το Συμβούλιο σχετικά.
5. Αν έχει ζητηθεί η
εξαίρεση του Προέδρου, την προεδρία αναλαμβάνει ο αναπληρωτής του ή ο
αρχαιότερος από
τα μέλη του Συμβουλίου, για να κριθεί μόνο η σχετική αίτηση εξαίρεσης.
6. Τα πάρεδρα μέλη για τα
οποία έχει ζητηθεί η εξαίρεσή τους απέχουν προσωρινά από τις συνεδριάσεις, με
ποινή
ακυρότητας της διαδικασίας, προς συμπλήρωση δε των Συμβουλίων και μόνο για την εκδίκαση της αιτήσεως εξαιρέσεως, λαμβάνουν μέρος τα αναπληρωματικά μέλη, κατά την σειρά αναγραφής τους στη διαταγή συγκροτήσεως αυτών.
7. Το Συμβούλιο που
συγκροτείται με τη συμμετοχή των αναπληρωματικών μελών, αφού λάβει υπόψη του
την αίτηση
και τα τυχόν υποβληθέντα έγγραφα, αποφασίζει αμέσως με μυστική ψηφοφορία για την αίτηση εξαιρέσεως, εφαρμοζομένης ανάλογα της διαδικασίας που προβλέπεται στις παραγράφους 10 και 11 του άρθρου 44. Τα ψηφοδέλτια με τη λέξη «ΝΑΙ" εκφράζουν τη γνώμη υπέρ της εξαίρεσης του συμμετέχοντος, ενώ αυτά με τη λέξη «ΟΧΙ" εκφράζουν τη γνώμη κατά της εξαίρεσης αυτού.
8. Κάθε μέλος του Συμβουλίου
που εκτιμά ότι υπάρχει λόγος εξαιρέσεώς του, οφείλει να τον αναφέρει στο
Συμβούλιο
και αυτό, συμπληρούμενο σύμφωνα με τα παραπάνω, αποφασίζει κατά πλειοψηφία για την εξαίρεση.
9. Για τη διαδικασία
εξαιρέσεως συντάσσεται πρακτικό, στο οποίο καταχωρίζεται η απόφαση που
εξέδωσε το Συμβούλιο.
|
[37]
|
Ομάδα Εργασίας
Π.Ο.Ε.Π.Λ.Σ. για την επεξεργασία Σχεδίου Π.Δ. «Πειθαρχικού Δίκαιου»
προσωπικού Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ.
|
10. Αν η αίτηση εξαίρεσης
γίνει δεκτή, η διαδικασία συνεχίζεται χωρίς τη συμμετοχή του εξαιρεθέντος
μέλους.
11 . Αν έχει ζητηθεί η εξαίρεση του γραμματέα, το Συμβούλιο
εφαρμόζει τη διαδικασία της παραγράφου 7 (μυστική
ψηφοφορία). Για αυτή και μόνη τη διαδικασία χρέη γραμματέα εκτελεί το νεώτερο πάρεδρο μέλος. Αν η αίτηση εξαίρεσης γίνει δεκτή εφαρμόζεται εκ νέου η διαδικασία της παραγράφου 1 του άρθρου 34 (πράξη πρόσληψης γραμματέως). Αν έχει ζητηθεί ταυτόχρονα η εξαίρεση μελών του Συμβουλίου και του Γραμματέα, η αίτηση εξαίρεσης εξετάζεται πρώτα για τα μέλη και κατόπιν για το γραμματέα.
Άρθρο 41
Δικαιώματα παραπεμπομένου
1. Στέλεχος ΛΣ-ΕΛ.ΑΚΤ. που
παραπέμπεται ενώπιον Ανακριτικού και Πειθαρχικού Συμβουλίου δικαιούται:
α) Να εμφανίζει, με μέριμνα και δαπάνες του, μάρτυρες
υπεράσπισης. Αν προτείνει στελέχη ΛΣ-ΕΛ.ΑΚΤ. ως μάρτυρες
υπεράσπισης αυτά δικαιούνται άδεια μετακίνησης, σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 4 του άρθρου 39.
β) Να ζητά την εξαίρεση του Προέδρου ή των μελών, τακτικών ή και
αναπληρωματικών, σύμφωνα με το άρθρο 40,
καθώς και του γραμματέα
γ) Να παρίσταται, αυτοπροσώπως ή μετά πληρεξουσίου συνηγόρου,
κατά την ακροαματική διαδικασία ενώπιον του
Συμβουλίου, τον οποίο διορίζει εγγράφως πριν την έναρξη της διαδικασίας ή προφορικά κατά την έναρξη της διαδικασίας. Κάθε παραπεμπόμενος δικαιούται να διορίζει έως και τρεις πληρεξουσίους δικηγόρους ταυτόχρονα, κατά την αυτή διαδικασία.
δ) Να λαμβάνει γνώση του περιεχομένου του φακέλου της υπόθεσης
που το αφορά και να ζητά το ίδιο ή ο πληρεξούσιος συνήγορός του και με δική
του δαπάνη τη χορήγηση επικυρωμένων ή μη αντιγράφων των εγγράφων της
υπόθεσης,
συντασσόμενης σχετικής έκθεσης που υπογράφεται από τον αρμόδιο που τηρεί το φάκελο της υπόθεσης και τον εγκαλούμενο. Αν ο εγκαλούμενος αρνείται να υπογράψει τότε στην έκθεση υπογράφει ένας άλλος μάρτυρας.
ε) Να ζητήσει άδεια μετακίνησης από τη Διεύθυνση Προσωπικού
ΛΣ-ΕΛ.ΑΚΤ., μέσω της Υπηρεσίας του, για να παραστεί
στην διαδικασία ενώπιον του Συμβουλίου.
2. Τα δικαιώματα που
αναφέρονται στο εδάφιο (δ) της προηγούμενης παραγράφου ασκούνται μέσα σε
ανατρεπτική
προθεσμία πέντε ημερών από την κοινοποίηση στον εγκαλούμενο της παραπεμπτικής διαταγής. Τα υπόλοιπα δικαιώματα της παραγράφου αυτής ασκούνται με την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Το δικαίωμα του εδαφίου (ε) ασκείται έγκαιρα πριν την ημερομηνία της συνεδρίασης του Συμβουλίου, με ευθύνη του παραπεμπομένου.
Άρθρο 42
Τρόπος διεξαγωγής των συνεδριάσεων
1. Οι συνεδριάσεις του
Συμβουλίου διεξάγονται κεκλεισμένων των θυρών και τα στελέχη του ΛΣ-ΕΛ.ΑΚΤ.,
που
συμμετέχουν σε αυτές, με οποιαδήποτε ιδιότητα, φέρουν τη στολή υπ' αριθμ. 8. |
[38]
|
Ομάδα Εργασίας
Π.Ο.Ε.Π.Λ.Σ. για την επεξεργασία Σχεδίου Π.Δ. «Πειθαρχικού Δίκαιου»
προσωπικού Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ.
|
2. Η διαδικασία, που τη
διευθύνει ο Πρόεδρος, διεξάγεται προφορικά και λαμβάνονται ένορκες καταθέσεις
μαρτύρων και απολογία παραπεμπομένου, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις του
Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.
3. Η συνεδρίαση διακόπτεται
μόνο για τα αναγκαία διαλείμματα ή για την εμφάνιση ουσιώδους μάρτυρα ή για
την
εξακρίβωση ουσιώδους γεγονότος.
Γ ια τη διακοπή
αποφασίζει κατά πλειοψηφία το Συμβούλιο.
4. Εφόσον ο χρόνος δεν
επαρκεί για τη διερεύνηση της υπόθεσης εντός ορισμένης ημέρας, η συνεδρίαση
μπορεί
να διακοπεί για την επόμενη εργάσιμη ημέρα.
5. Κάθε διακοπή που γίνεται
σύμφωνα με τα παραπάνω αναφέρεται στο πρακτικό του Συμβουλίου.
Άρθρο 43 Ακροαματική διαδικασία
1. Με την έναρξη της
συνεδρίασης ο Πρόεδρος καλεί τον παραπεμπόμενο να παρουσιασθεί ενώπιον του
Συμβουλίου,
μετά, δια ή άνευ πληρεξουσίου δικηγόρου, ο οποίος υποχρεούται να επιδείξει το δελτίο ταυτότητας δικηγόρου, άλλως δεν επιτρέπεται να παρίσταται. Για την παράσταση εκάστου συνηγόρου εφαρμόζονται οι εκάστοτε ισχύουσες ΚΥΑ Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, αναφορικά με την καταβολή αποδείξεως προείσπραξης δικηγορικής αμοιβής. Η μη προσκόμιση αποδείξεως προείσπραξης δικηγορικής αμοιβής δεν κωλύει την πρόοδο της ακροαματικής διαδικασίας.
2. Ο παραπεμπόμενος
εμφανίζεται ενώπιον του Συμβουλίου άοπλος και παραμένει στην αίθουσα
συνεδριάσεως
μέχρι το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας.
3.
α) Σε περίπτωση
μη εμφάνισης του νομίμως κλητευθέντος εγκαλουμένου ενώπιον του Συμβουλίου
η διαδικασία διεξάγεται κανονικά, χωρίς την παρουσία του, εφόσον το Συμβούλιο δύναται να μορφώσει γνώμη. Σε διαφορετική περίπτωση αναβάλλεται η διαδικασία του, σύμφωνα με τη παράγραφο 4 του άρθρου 44.
β) Αν η μη εμφάνισή του οφείλεται σε ανυπέρβλητο κώλυμα ή σε
λόγους ανωτέρας βίας, που με μέριμνα του
εγκαλουμένου έχουν γνωστοποιηθεί έγκαιρα στο Συμβούλιο, αυτό αποφασίζει την αναβολή της εκδίκασης της υπόθεσης. Η αναβολή δεν μπορεί να υπερβαίνει τις είκοσι ημέρες.
γ) Απαγορεύεται δεύτερη
αναβολή για τα ανωτέρω κωλύματα ή λόγους.
4. Ο Πρόεδρος, εφ' όσον ο
παραπεμπόμενος είναι παρών, γνωστοποιεί σ' αυτόν τη σύνθεση του Συμβουλίου
και το
περιεχόμενο της απόφασης που τυχόν έχει εκδοθεί επί αιτήματός του εξαίρεσης. Στη συνέχεια ο εισηγητής με εντολή του Προέδρου διαβάζει την πράξη παραπομπής και τα έγγραφα εκείνα των οποίων η ανάγνωση κρίνεται αναγκαία από τον Πρόεδρο για την ενημέρωση του Συμβουλίου. Ο Πρόεδρος επίσης μπορεί να παραγγείλει την ανάγνωση και άλλων εγγράφων, μετά από αίτηση του παραπεμπομένου ή του συνηγόρου του ή των μελών του Συμβουλίου.
5. Ο Πρόεδρος, καλεί για
εξέταση τους μάρτυρες που τυχόν έχουν κληθεί αυτεπάγγελτα από τον ίδιο ή
προταθεί από τον παραπεμπόμενο. Οι μάρτυρες που
|
[39]
|
Ομάδα Εργασίας
Π.Ο.Ε.Π.Λ.Σ. για την επεξεργασία Σχεδίου Π.Δ. «Πειθαρχικού Δίκαιου»
προσωπικού Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ.
|
καλούνται αυτεπάγγελτα
δικαιούνται άδεια μετακίνησης σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 4
του
άρθρου 39, με καταβολή οδοιπορικών εξόδων.
Οι μάρτυρες εξετάζονται ενόρκως σύμφωνα με τις διατάξεις του
Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Σε περίπτωση
μη εμφάνισης του μάρτυρα, η εξέταση του οποίου θεωρείται απόλυτα αναγκαία από
το Συμβούλιο, τούτο αναβάλλει την εκδίκαση της υπόθεσης για άλλη ημέρα, εντός
της προθεσμίας που τάσσεται με την πράξη παραπομπής, προκειμένου καταστεί
δυνατή η εξέταση του μάρτυρα αυτού. Στην περίπτωση αυτή οι παριστάμενοι
μάρτυρες και ο
εγκαλούμενος καλούνται προφορικά να προσέλθουν κατά τη νέα δικάσιμο. Οι διατάξεις του άρθρου 229 του Κ.Π.Δ. περί λιπομαρτυρίας έχουν και στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή.
6. Το Συμβούλιο δύναται και
κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας να καλεί και να εξετάζει κάθε
πρόσωπο
του οποίου την εξέταση θεωρεί αναγκαία.
7. Οι μάρτυρες εξετάζονται ο
καθένας χωριστά και κατά σειρά τους εξετάζει πρώτος ο Πρόεδρος και στη
συνέχεια τα μέλη του Συμβουλίου. Ο εγκαλούμενος και ο συνήγορος αυτού
δύνανται να απευθύνουν ερωτήσεις στο μάρτυρα, κατόπιν αδείας του Προέδρου. Η
εξέταση των μαρτύρων μπορεί να γίνει και κατ' αντιπαράσταση με άλλους
μάρτυρες, αν αυτό κρίνει αναγκαίο το Συμβούλιο. Οι μάρτυρες κατά τη διάρκεια
της εξέτασής τους δεν διακόπτονται, εφ' όσον δεν εξέρχονται από το θέμα,
και μετά το πέρας της εξέτασής τους αποχωρούν από την αίθουσα συνεδριάσεως. Οι καταθέσεις των μαρτύρων καταχωρούνται περιληπτικά σε ιδιαίτερο πρακτικό που υπογράφεται αμέσως από αυτούς, τον Πρόεδρο και τον εισηγητή.
8. Μετά την εξέταση των
μαρτύρων καλείται να απολογηθεί ο εγκαλούμενος ανωμοτί, ο οποίος δεν
διακόπτεται εφόσον
δεν εξέρχεται από το θέμα. Η απολογία του καταχωρείται περιληπτικά σε ιδιαίτερο πρακτικό και στο πρακτικό του Συμβουλίου, μαζί με το τελικό αίτημα του συνηγόρου, που τυχόν διατύπωσε στην αγόρευσή του. Μετά το πέρας της απολογίας του, ο Πρόεδρος, τα μέλη του Συμβουλίου και ο τυχόν παριστάμενος συνήγορός του μπορούν να του απευθύνουν ερωτήσεις.
Εάν η απολογία του εγκαλουμένου έχει ληφθεί σύμφωνα με τα
οριζόμενα στην παράγραφο 2 του άρθρου 39, τότε αυτή απλώς αναγιγνώσκεται από
τον Πρόεδρο.
9. Ο εγκαλούμενος κατά τη
διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας δικαιούται να συνεννοείται με το
συνήγορό του.
Ο συνήγορος δεν δικαιούται να απαντά, αντί του εγκαλούμενου, στα τιθέμενα ερωτήματα.
10. Μετά το πέρας της
εξέτασης του εγκαλουμένου, ο συνήγορός του δικαιούται να εκθέτει σύντομα τις
απόψεις του επί του κατηγορητηρίου.
11. Μετά από τα παραπάνω ο
Πρόεδρος ερωτά τα πάρεδρα μέλη του Συμβουλίου εάν έχουν να ζητήσουν κάποια
επεξήγηση από τους μάρτυρες ή τον εγκαλούμενο. Ακολούθως, και πριν την περάτωση της ακροαματικής διαδικασίας, το Συμβούλιο διακόπτει προσωρινά και διαπιστώνει, χωρίς την παρουσία του εγκαλουμένου και του τυχόν παρευρισκόμενου συνηγόρου του, αν μπόρεσε να μορφώσει πλήρη γνώμη επί της εξεταζόμενης υπόθεσης ή επί ουσιώδους γεγονότος αυτής. Εφόσον δεν διαπιστωθεί τέτοια αδυναμία, ο Πρόεδρος καλεί εκ νέου τον εγκαλούμενο και |
[40]
|
Ομάδα Εργασίας
Π.Ο.Ε.Π.Λ.Σ. για την επεξεργασία Σχεδίου Π.Δ. «Πειθαρχικού Δίκαιου»
προσωπικού Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ.
|
τον τυχόν παρευρισκόμενο
συνήγορό του, κηρύσσει περατωμένη την ακροαματική διαδικασία και αποσύρονται
οριστικά ο εγκαλούμενος και ο τυχόν παρευρισκόμενος συνήγορός του. Εφόσον
διαπιστωθεί αδυναμία και δεν επαρκεί για τη μόρφωση γνώμης, κατά την κρίση
του Συμβουλίου, η κατά την περίπτωση α' της παραγράφου 1 του άρθρου 38
ταχθείσα
προθεσμία:
α) το Συμβούλιο μπορεί να αναβάλει την εκδίκαση της υπόθεσης σε
άλλη ρητώς οριζόμενη ημέρα και πέρα από
την ταχθείσα προθεσμία, αλλά όχι περισσότερο των δέκα (10) ημερών από τη λήξη της αρχικής προθεσμίας. Οι λόγοι της αναβολής της συνεδριάσεως και η ημερομηνία της νέας συνεδριάσεως καταχωρίζονται στο πρακτικό του Συμβουλίου.
β) ο Πρόεδρος ανακοινώνει προφορικά στον εγκαλούμενο τη νέα
ορισθείσα ημέρα συνεδριάσεως του Συμβουλίου
στην οποία οφείλει να εμφανισθεί χωρίς νέα έγγραφη πρόσκληση.
γ) το Συμβούλιο μπορεί να ζητήσει, απευθείας δια του Προέδρου,
έγγραφες πληροφορίες ή τη λήψη κατά παραγγελία
καταθέσεων από τις οικείες Αρχές προσώπων που διαμένουν εκτός της έδρας του Συμβουλίου.
Άρθρο 44
Διάσκεψη Ανακριτικού και Πειθαρχικού
Συμβουλίου
1. Το Συμβούλιο μετά το
πέρας της ακροαματικής διαδικασίας διασκέπτεται μυστικά προκειμένου
αποφασίσει.
2. Ο Πρόεδρος και τα πάρεδρα
μέλη του Συμβουλίου διαρκούσης της διασκέψεως και προ της εκδόσεως της
αποφάσεως παραμένουν στο ίδιο χώρο όλοι μαζί και δεν επικοινωνούν με άλλο
πρόσωπο με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσον. Στο χώρο παρευρίσκεται και ο γραμματέας,
προς τήρηση των πρακτικών, χωρίς δικαίωμα ψήφου και επ' ουδενί λόγω δεν
εκφράζει γνώμη επί των τεκταινομένων. Η αποκάλυψη εκ μέρους των μελών του
Συμβουλίου σε τρίτους έστω και μέρος τινός των όσων έχουν διαμειφθεί κατά τη
μυστική διάσκεψη, αποτελεί ιδιαζόντως επιβαρυντική περίπτωση παραβίασης του
καθήκοντος υπηρεσιακής εχεμύθειας.
3. Το Συμβούλιο αρχικά
λαμβάνει γνώση του περιεχομένου του ατομικού φακέλου του παραπεμπομένου και
στη συνέχεια ο Πρόεδρος ερωτά τα μέλη εάν μόρφωσαν σαφή γνώμη από τη διαδικασία
ενώπιον του Συμβουλίου και σε καταφατική απάντηση η διάσκεψη προχωρεί σύμφωνα
με τις παραγράφους 8 έως και 12.
4. Ο Πρόεδρος θέτει στο
Συμβούλιο το ερώτημα ή τα ερωτήματα χωριστά με τη σειρά που είναι διατυπωμένα
στην παραπεμπτική διαταγή και ειδικότερα εάν υπάρχει λόγος να επιβληθεί:
α) Αργία με πρόσκαιρη
παύση, β) αργία με προσωρινή απόλυση, γ) απόταξη ή δ) αποβολή (ανάλογα με την
προβλεπόμενη ποινή), στο στέλεχος του ΛΣ (παρατίθεται ο βαθμός και το
ονοματεπώνυμο του εγκαλουμένου) για (παρατίθεται η νόμιμη αιτία για την οποία
παραπέμφθηκε ο παραπεμπόμενος στο Συμβούλιο μαζί με σύντομη αναφορά των
περιστατικών που αποτελούν τα στοιχεία του παραπτώματος). Άλλο ερώτημα δεν
μπορεί να τεθεί στο Συμβούλιο. Αν όμως στο Συμβούλιο είχε τεθεί από τον
ασκούντα την πειθαρχική δίωξη μόνο το ερώτημα της αποτάξεως και το Συμβούλιο
αποφάσισε αρνητικά, ο ασκών την πειθαρχική δίωξη
|
[41]
|
Ομάδα Εργασίας
Π.Ο.Ε.Π.Λ.Σ. για την επεξεργασία Σχεδίου Π.Δ. «Πειθαρχικού Δίκαιου»
προσωπικού Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ.
|
δύναται να παραπέμψει εκ νέου στο ίδιο Συμβούλιο τον εγκαλούμενο
με το ερώτημα της αργίας με πρόσκαιρη
παύση ή με προσωρινή απόλυση.
5. Αν στην παραπεμπτική
διαταγή διατυπώνονται δύο ερωτήματα και το Συμβούλιο γνωμοδοτήσει αρνητικά
για το πρώτο, τότε ο Πρόεδρος θέτει αμέσως και το επόμενο ερώτημα.
6. Για την κατάρτιση της
αποφάσεως για κάθε ερώτημα διεξάγεται μυστική ψηφοφορία ως ακολούθως:
α) Ο εισηγητής, κατόπιν εντολής του Προέδρου, προετοιμάζει
ενώπιον του Συμβουλίου, έξι όμοια ψηφοδέλτια,
από τα οποία στα τρία αναγράφεται η λέξη «ΝΑΙ» και στα άλλα τρία αναγράφεται η λέξη «ΟΧΙ» και στη συνέχεια διανέμει στο Πρόεδρο και στα μέλη ένα ψηφοδέλτιο με τη λέξη «ΝΑΙ» και ένα ψηφοδέλτιο με τη λέξη «ΟΧΙ».
Τα ψηφοδέλτια με τη λέξη «ΝΑΙ» εκφράζουν την απόφαση επιβολής
της υπό ψηφοφορία καταστατικής ποινής στον παραπεμπόμενο, ενώ αυτά με τη λέξη
"ΟΧΙ'' εκφράζουν την απόφαση της μη επιβολής της υπό ψηφοφορία
καταστατικής ποινής.
β) Κάθε μέλος του Συμβουλίου, αρχής γενομένης από το νεότερο
κατά βαθμό, εγχειρίζει στον Πρόεδρο το ένα από τα δύο ψηφοδέλτια που του
διανεμήθηκαν, ως έκφραση της απόφασής του για το συγκεκριμένο ερώτημα που
έθεσε ο
Πρόεδρος του Συμβουλίου.
γ) Ο Πρόεδρος αναμιγνύει τα ψηφοδέλτια που του εγχειρίσθηκαν
μαζί με το δικό του και στη συνέχεια, αφού τα
αποκαλύψει, ενεργεί, παρουσία όλων των συμμετεχόντων μελών, τη διαλογή των ψήφων.
7. Το αποτέλεσμα της
πλειοψηφίας αποτελεί την απόφαση του Συμβουλίου. Το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας
αναγράφεται, επί ποινή ακυρότητας της διαδικασίας, στο πρακτικό του Συμβουλίου.
8. Σε περίπτωση που το
Συμβούλιο λάβει απόφαση υπέρ της επιβολής αργίας με προσωρινή απόλυση ή της
αργίας με πρόσκαιρη παύση, άμεσα κατόπιν διαλογικής συζητήσεως μεταξύ του Προέδρου και των παρέδρων μελών αποφασίζει αναφορικά με το ακριβές ύψος της ποινής, το οποίο εκφράζεται σε ακέραιο αριθμό μηνών.
9. Εάν η απόφαση του
Συμβουλίου για το ερώτημα ή για όλα τα υπό κρίση ερωτήματα αποβεί υπέρ
του/των
παραπεμπομένου/ων, αυτομάτως τεκμαίρεται ότι η απόφαση του Ανακριτικού και Πειθαρχικού Συμβουλίου βαίνει υπέρ της άσκησης συνήθους πειθαρχικού ελέγχου.
10. Η κατά τα ανωτέρω απόφαση
του Συμβουλίου πρέπει να αιτιολογείται επαρκώς στο πρακτικό αυτού.
Άρθρο 45
Πρακτικό αποφάσεως Ανακριτικού και
Πειθαρχικού Συμβουλίου
1. Για όλη τη διαδικασία που
έλαβε χώρα ενώπιον του Συμβουλίου, συντάσσεται πρακτικό με επιμέλεια του
γραμματέα, που υπογράφεται από τον Πρόεδρο, τα πάρεδρα μέλη και το γραμματέα.
|
[42]
|
Ομάδα Εργασίας
Π.Ο.Ε.Π.Λ.Σ. για την επεξεργασία Σχεδίου Π.Δ. «Πειθαρχικού Δίκαιου»
προσωπικού Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ.
|
2. Το πρακτικό αυτό, επί
ποινή ακυρότητας της διαδικασίας, πρέπει να περιλαμβάνει:
α) Την απόφαση συγκροτήσεως του Συμβουλίου (στοιχεία του
εγγράφου και ημερομηνία).
β) Την πράξη παραπομπής στο Συμβούλιο (στοιχεία εγγράφου και
ημερομηνία) και το σχετικό αιτιολογικό της
παραπομπής του εγκαλουμένου.
γ) Το χρόνο, τον τόπο και
το χώρο της συνεδριάσεως.
δ) Το ονοματεπώνυμο και το βαθμό του Προέδρου και των μελών του
Συμβουλίου και σε περίπτωση αναπλήρωσης τακτικού μέλους, το λόγο της
αναπλήρωσης. Επίσης το ονοματεπώνυμο και το βαθμό του γραμματέα και τη
διαδικασία
προσλήψεώς του.
ε) Το ονοματεπώνυμο, το βαθμό του παραπεμπομένου, το
ονοματεπώνυμο του/των τυχόν παριστάμενου/ων
συνηγόρου/ων και τον αριθμό του δελτίου ταυτότητας δικηγόρου, ο αύξων αριθμός του στελέχους της τετραπλοτύπου αποδείξεως που τυχόν προσκομίσθηκε από έκαστο συνήγορο. καθώς και το υποβαλλόμενο τελικό αίτημά του.
στ) Το ονοματεπώνυμο των
εξετασθέντων μαρτύρων.
ζ) Την απολογία του παραπεμπομένουμένου, περιληπτικά, εφόσον
ήταν παρών στη διαδικασία.
η) Τα ερωτήματα που τέθηκαν, τον αριθμό των ψήφων υπέρ και κατά
της επιβολής της καταστατικής ποινής και τέλος την απόφαση του Συμβουλίου.
θ) Το δικαίωμα προσφυγής του εγκαλουμένου στο Δευτεροβάθμιο
Ανακριτικό και Πειθαρχικό Συμβούλιο ΛΣ-ΕΛ.ΑΚΤ.,
για επανεξέταση της υπόθεσής του, ασκείται εντός τριάντα ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της γνωμοδότησης του Πρωτοβάθμιου Ανακριτικού και Πειθαρχικού Συμβουλίου, εφόσον σύμφωνα με αυτή προτείνεται η επιβολή σε αυτόν καταστατικής ποινής.
3. Το πρακτικό αυτό
υποβάλλεται από τον Πρόεδρο στον ασκούντα την πειθαρχική δίωξη, μέσω της
Διεύθυνσης
Προσωπικού Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ., εντός πέντε ημερών από την ημερομηνία ολοκλήρωσης της ακροαματικής διαδικασίας, σε τέσσερα πρωτότυπα αντίτυπα, μαζί με το φάκελο της υπόθεσης.
4. Η απόφαση του Ανακριτικού
και Πειθαρχικού Συμβουλίου για επιβολή καταστατικής ποινής είναι υποχρεωτική
για τον επιβάλλοντα αυτήν.
Άρθρο 46
Προσφυγή κατά της αποφάσεως.
1. Οι αποφάσεις του
Ανακριτικού και Πειθαρχικού Συμβουλίου για επιβολή ή μη καταστατικής ποινής
επιδίδονται
εγγράφως, σύμφωνα με τον ΚΠΔ με μέριμνα του ασκούντος την πειθαρχική δίωξη στον τιμωρηθέντα.
2. Προσφυγή κατά
γνωμοδότησης Πρωτοβαθμίου Ανακριτικού και Πειθαρχικού Συμβουλίου ενώπιον
Δευτεροβάθμιου
επιτρέπεται μόνο:
α) Από τον τιμωρηθέντα ή
το συνήγορό του, αν το Συμβούλιο αποφάσισε την επιβολή καταστατικής ποινής σε
αυτόν.
|
[43]
|
Ομάδα Εργασίας
Π.Ο.Ε.Π.Λ.Σ. για την επεξεργασία Σχεδίου Π.Δ. «Πειθαρχικού Δίκαιου»
προσωπικού Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ.
|
β) Από τον ασκούντα την πειθαρχική δίωξη, αν το Συμβούλιο
αποφάσισε να μην επιβληθεί στον παραπεμπόμενο
καταστατική ποινή, αλλά να ασκηθεί συνήθης πειθαρχικός έλεγχος.
3.
Η προσφυγή ασκείται:
α) Από τον τιμωρηθέντα, εντός τριάντα πλήρων ημερών από την
επίδοση της απόφασης του Ανακριτικού και Πειθαρχικού Συμβουλίου, ατελώς, με
έγγραφη ατομική αναφορά προς εκείνον που άσκησε την πειθαρχική δίωξη, μέσω
της
Υπηρεσίας που υπηρετεί ή μέσω της Διεύθυνσης Προσωπικού Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ., ή από το συνήγορό του αυτοπροσώπως ή δια του ασκουμένου του στη Διεύθυνση Προσωπικού Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. δια καταθέσεως δικογράφου προσφυγής νομίμως σφραγισμένου, χαρτοσημασμένου και προσκόμισης εγγράφου ειδικής πληρεξουσιότητας με θεωρημένο το γνήσιο της υπογραφής από ΚΕΠ ή Δημόσια Αρχή ή δικηγόρο έτερο του υπογράφοντος. Η Υπηρεσία του τιμωρηθέντος στην οποία υποβάλλεται η εν λόγω ατομική αναφορά οφείλει αμελλητί να την υποβάλει στη Διεύθυνση Προσωπικού Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ., αφού προηγουμένως την ενημερώσει άμεσα σηματικώς για το γεγονός αυτό. Για το εμπρόθεσμο της προσφυγής λαμβάνεται υπόψιν η ημεροχρονολογία υποβολής της ατομικής αναφοράς από τον τιμωρηθέντα στη γραμματεία της Υπηρεσίας που υπηρετεί ή στην αρμόδια γραμματεία του Αρχηγείου ΛΣ-ΕΛ.ΑΚΤ. ή η ημεροχρονολογία κατάθεσης του δικογράφου της προσφυγής από το συνήγορο στην αρμόδια γραμματεία του Αρχηγείου ΛΣ-ΕΛ.ΑΚΤ.
β) Από τον ασκούντα την πειθαρχική δίωξη εντός τριάντα πλήρων
ημερών, αφότου περιήλθε σε αυτόν η απόφαση
του Ανακριτικού και Πειθαρχικού Συμβουλίου μέσω της Διεύθυνσης Προσωπικού Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ.
4. Αν παρέλθει άπρακτη η
ανωτέρω κατά περίπτωση προθεσμία η απόφαση του Πρωτοβάθμιου και Ανακριτικού
Συμβουλίου καθίσταται ανέκκλητος ενώπιον της Διοικήσεως.
5. Αν ασκηθεί προσφυγή
σύμφωνα με τα παραπάνω ο ασκών τη πειθαρχική δίωξη παραπέμπει την υπόθεση στο
Δευτεροβάθμιο Ανακριτικό και Πειθαρχικό Συμβούλιο, για επανεξέταση της υπόθεσης.
6. Η προθεσμία προς άσκηση
προσφυγής, καθώς και η εμπρόθεσμη άσκηση προσφυγής έχει ανασταλτική ισχύ για
τις
πράξεις της Διοικήσεως, που ανάγονται στην απόφαση του Πρωτοβαθμίου Ανακριτικού και Πειθαρχικού Συμβουλίου.
Άρθρο 47
Δευτεροβάθμιο Ανακριτικό και Πειθαρχικό
Συμβούλιο
1. Το Δευτεροβάθμιο
Ανακριτικό και Πειθαρχικό Συμβούλιο επιλαμβάνεται των υποθέσεων που
παραπέμπονται σε αυτό για επανεξέταση, κατόπιν προσφυγής του εγκαλουμένου ή
του ασκούντος την πειθαρχική δίωξη, ενεργεί δε όπως προβλέπεται
για τη διαδικασία ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Ανακριτικού και Πειθαρχικού Συμβουλίου, σύμφωνα με τα παραπάνω άρθρα.
2.
Σε περίπτωση προσφυγής του ασκούντος την πειθαρχική δίωξη στο
Δευτεροβάθμιο Συμβούλιο, υποχρεωτικά,
τίθεται το ίδιο ερώτημα ή τίθενται τα ίδια |
[44]
|
Ομάδα Εργασίας
Π.Ο.Ε.Π.Λ.Σ. για την επεξεργασία Σχεδίου Π.Δ. «Πειθαρχικού Δίκαιου»
προσωπικού Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ.
|
ερωτήματα επί του οποίου
ή των οποίων κλήθηκε να αποφασίσει το Πρωτοβάθμιο Ανακριτικό και Πειθαρχικό
Συμβούλιο.
3. Σε περίπτωση προσφυγής
του τιμωρηθέντος στο Δευτεροβάθμιο Ανακριτικό και Πειθαρχικό Συμβούλιο,
υποχρεωτικά,
τίθεται το ίδιο ερώτημα ή τίθενται τα ίδια ερωτήματα επί του οποίου ή των οποίων κλήθηκε να αποφασίσει το Πρωτοβάθμιο Ανακριτικό και Πειθαρχικό Συμβούλιο, εκτός εάν κάποιο από αυτά τα ερωτήματα είναι δυσμενέστερο αυτού υπέρ του οποίου αποφάσισε το Πρωτοβάθμιο Ανακριτικό και Πειθαρχικό Συμβούλιο, ισχυούσης της αρχής της μη χειροτέρευσης της θέσης του εγκαλουμένου.
4. Σε περίπτωση που κατά την
επ' ακροατηρίω διαδικασία ο παραπεμπόμενος δεν παραστεί κατά τα οριζόμενα
στην
περίπτωση γ' της παραγράφου 1 του άρθρου 41, τότε η προσφυγή απορρίπτεται από το Συμβούλιο ως ανυποστήρικτη και κηρύσσεται η διαδικασία περατωμένη με ταυτόχρονη επικύρωση της απόφασης του Πρωτοβαθμίου Ανακριτικού και Πειθαρχικού Συμβουλίου. Σε περίπτωση ασκήσεως προσφυγής εκ μέρους περισσοτέρων του ενός τιμωρηθέντων εάν ένας εξ αυτών δεν παραστεί τα ανωτέρω εφαρμόζονται μόνο για αυτόν ενώ για τους λοιπούς παρισταμένους η διαδικασία προοδεύει κανονικώς.
5. Σε περίπτωση άσκησης
εμπρόθεσμης προσφυγής από μέρος των τιμωρηθέντων στο Πρωτοβάθμιο Ανακριτικό
και Πειθαρχικό συμβούλιο, η εξέταση της προσφυγής τους εισάγεται στο Δευτεροβάθμιο μόνο για αυτούς ενώ για τους λοιπούς που δεν άσκησαν προσφυγή ή δεν ασκήθηκε προσφυγή εις βάρος τους από τον ασκούντα την πειθαρχική δίωξη, δεν δύναται να ληφθεί απόφαση από το Δευτεροβάθμιο Ανακριτικό Πειθαρχικό Συμβούλιο, ακόμη και αν κατ' αυτόν τον τρόπο θα μπορούσε να βελτιωθεί η θέση τους.
Άρθρο 48
Ακυρότητες. Προσφυγές.
1. Αν ακυρωθεί από τα
Διοικητικά Δικαστήρια η γνωμοδότηση του Δευτεροβάθμιου Ανακριτικού και
Πειθαρχικού
Συμβουλίου, προκειμένου επανεξετασθεί η υπόθεση, η Διοίκηση υποχρεούται να παραπέμψει την υπόθεση με το ίδιο ερώτημα ή ερωτήματα στο ίδιο Ανακριτικό και Πειθαρχικό Συμβούλιο με την παρακάτω συγκρότηση:
α) Αν δεν έχει λήξει η θητεία του Συμβουλίου, αυτό συγκροτείται
κατά τα 2/3 από Πρόεδρο και μέλη που δεν συμμετείχαν
στη διαδικασία του Δευτεροβάθμιου Συμβουλίου.
β) Αν η θητεία του Συμβουλίου έχει λήξει, τότε η υπόθεση
παραπέμπεται σε Δευτεροβάθμιο Ανακριτικό και Πειθαρχικό
Συμβούλιο, το οποίο συγκροτείται κατά τα 2/3 από Πρόεδρο και μέλη που δεν συμμετείχαν στην έκδοση της ακυρωθείσας αποφάσεως.
Σε κάθε περίπτωση
προσλαμβάνεται ως γραμματέας έτερος Υπαξιωματικός Λ.Σ.- ΕΛ.ΑΚΤ. από αυτούς
που συμμετείχαν στο Πρωτοβάθμιο και στο Δευτεροβάθμιο Συμβούλιο που δίκασαν
την υπόθεση.
|
[45]
|
Ομάδα Εργασίας
Π.Ο.Ε.Π.Λ.Σ. για την επεξεργασία Σχεδίου Π.Δ. «Πειθαρχικού Δίκαιου»
προσωπικού Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ.
|
Το Συμβούλιο αυτό συνέρχεται με διαταγή του ασκούντος την
πειθαρχική δίωξη μέσα σε δύο μήνες από τότε που
του επιδόθηκε η απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου.
2. Ο χρόνος που διέρρευσε
από την έκδοση της ακυρωθείσας απόφασης μέχρι τη νέα απόφαση του Ανακριτικού
και Πειθαρχικού Συμβουλίου, λογίζεται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας για τη σύνταξη, για δε τις προαγωγές ισχύουν οι σχετικές διατάξεις, εφόσον η νέα απόφαση ήταν να μην επιβληθεί καταστατική ποινή στον εγκαλούμενο.
Άρθρο
49 Υποδείγματα
Με διαταγή του Αρχηγού Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. είναι δυνατόν να εκδοθεί
κατάλογος υποδειγμάτων εγγράφων και
πρακτικών που αφορούν στη προδικασία και την επ' ακροατηρίων διαδικασία ενώπιον των Ανακριτικών Πειθαρχικών Συμβουλίων.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η
ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο
50 Μεταβατικές Διατάξεις
1. Τα προβλεπόμενα στο παρόν
διάταγμα Ανακριτικά και Πειθαρχικά Συμβούλια συγκροτούνται εντός εξαμήνου
από την έναρξη ισχύος του.
2. Πειθαρχικές υποθέσεις που
έχουν παραπεμφθεί στα Ανακριτικά και Πειθαρχικά Συμβούλια πριν την έναρξη
ισχύος του παρόντος και δεν έχουν κριθεί τελεσίδικα, κρίνονται από τα Ανακριτικά και Πειθαρχικά Συμβούλια που συγκροτούνται και λειτουργούν σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, στην αρμοδιότητα των οποίων περιέρχονται κατόπιν εκδόσεως νέας παραπεμπτικής διαταγής.
Άρθρο 51
Καταργούμενες Διατάξεις
Από την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος, παύουν να
ισχύουν οι διατάξεις του π.δ. 514/1982, του
π.δ. 187/2004, των άρθρων 5 παράγραφος 2, 7, 15, 16 και 17 του π.δ. 37/2012 καθώς και των άρθρων 73, 77 παράγραφος 3 , 81, 82, 83, 92, 93, 94, 96, 99, 100, 101 και 106 του ν. 3079/2002 «Κύρωση του Κώδικα του Προσωπικού Λιμενικού Σώματος» (Α'311), καθώς και κάθε άλλη διάταξη που αντίκειται στις διατάξεις του παρόντος διατάγματος.
Άρθρο 52
Έναρξη ισχύος
Η ισχύς του παρόντος διατάγματος αρχίζει από τη δημοσίευσή του
στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Στον Υπουργό Ναυτιλίας
και Αιγαίου αναθέτουμε τη δημοσίευση και εκτέλεση του παρόντος διατάγματος.
|
[46]
|
Ομάδα Εργασίας
Π.Ο.Ε.Π.Λ.Σ. για την επεξεργασία Σχεδίου Π.Δ. «Πειθαρχικού Δίκαιου»
προσωπικού Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ.
|
Τέλος προτείνουμε την
ενεργοποίησης της διάταξης του άρθρου 46 του ν. 4256/14 για τον Συνήγορο του
Λιμενικού
και την επέκτασή της και στις διατάξεις του Πειθαρχικού Δικαίου. |
[47]
|